Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤου Ariel Cohen
Η διακοπή της ναυσιπλοΐας από το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις των Χούθι κατά της Σαουδικής Αραβίας ασκούν συνδυαστικά ισχυρές πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία. Επιχειρήσεις και καταναλωτές σε όλο τον κόσμο υφίστανται τις συνέπειες στις αγορές ενέργειας, στο κόστος μεταφορών και στις τιμές των καυσίμων. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, λιγότερη προσοχή δίνεται στην ταχεία επιδείνωση της ιρανικής οικονομίας, η οποία απειλεί να έχει σοβαρές συνέπειες για το ισλαμικό καθεστώς της Τεχεράνης.
Η κυβέρνηση Τραμπ ποντάρει στον οικονομικό πόλεμο για να εξαντλήσει τις αντοχές του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας και να το εξαναγκάσει να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ, να σταματήσει τις επιθέσεις των Χούθι και να διαπραγματευτεί μια πυρηνική συμφωνία που θα αποκλείει την απόκτηση πυρηνικών όπλων από την Τεχεράνη.
Οι αποκλεισμοί αποτελούν, από τη φύση τους, μέσα σταδιακής φθοράς. Το τίμημα το πληρώνει ο πληθυσμός, ενώ οι επιπτώσεις συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου. Η απώλεια εσόδων, οι περιορισμοί στις εισαγωγές και η συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης περιορίζουν σταδιακά τα περιθώρια ελιγμών μιας κυβέρνησης. Η φτώχεια και η επισιτιστική ανασφάλεια εντείνουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Διδακτική είναι η περίπτωση του βρετανικού ναυτικού αποκλεισμού της Γερμανίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο αποκλεισμός προκάλεσε ελλείψεις τροφίμων, πετρελαίου και βιομηχανικών πρώτων υλών, επιδεινώνοντας τις αδυναμίες της εγχώριας παραγωγής. Παράλληλα, κατέστησε τις πολιτικές εξελίξεις λιγότερο προβλέψιμες για τις εξωτερικές δυνάμεις, αλλά ενδεχομένως πιο εκρηκτικές όταν τελικά εκδηλώθηκαν. Η γερμανική στρατιωτική ηγεσία αναγκάστηκε να αποδεχθεί την ήττα και η αυτοκρατορία των Χοεντσόλερν κατέρρευσε.
Ο οικονομικός πόλεμος δεν εγγυάται τη νίκη. Οι σωρευτικές επιπτώσεις του, όμως, μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές για την έκβαση μιας σύγκρουσης.
Η αποσάθρωση του οικονομικού συστήματος
Το Ιράν διαθέτει σαφώς μικρότερη οικονομική ανθεκτικότητα από εκείνη που διέθετε η Γερμανία κατά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεκαετίες κυρώσεων, επίμονος πληθωρισμός και βαθιές διαρθρωτικές στρεβλώσεις έχουν περιορίσει σημαντικά την ικανότητα της Τεχεράνης να απορροφήσει ένα ακόμη παρατεταμένο οικονομικό πλήγμα.
Το καθεστώς βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο με ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε να εξασφαλίσει μια πολιτική έκβαση που θα αναγκάσει τις ΗΠΑ να συναινέσουν σε μια συμφωνία και να άρουν τις κυρώσεις είτε να διακινδυνεύσει μια εσωτερική οικονομική επιδείνωση τόσο σοβαρή, ώστε να μην μπορεί πλέον να διαχειριστεί τις συνέπειές της. Η πίεση στην Τεχεράνη εντείνεται.
Αρκεί να εξετάσει κανείς την κατάρρευση της ισοτιμίας του ιρανικού ριάλ, το οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία του άρθρου, διαμορφωνόταν περίπου στα 1,78 εκατομμύρια ριάλ ανά δολάριο στις 14 Οκτωβρίου. Στις 5 Οκτωβρίου, ο επικεφαλής της Αστυνομίας Οικονομικής Ασφάλειας του Ιράν απείλησε με “αυστηρά μέτρα” εγχώρια μέσα ενημέρωσης, ιστοσελίδες και πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, εάν δημοσίευαν “υπερβολικές συναλλαγματικές ισοτιμίες”.
Η κίνηση αυτή δεν υποδηλώνει εμπιστοσύνη στη σταθερότητα της οικονομίας. Αντιθέτως, δείχνει ότι το καθεστώς επιχειρεί να ελέγξει τη δημόσια εικόνα μιας νομισματικής κρίσης την οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει άμεσα. Οι απαγορεύσεις στην ενημέρωση δεν πρόκειται να σταθεροποιήσουν το νόμισμα· αποκαλύπτουν, όμως, πόσο πολιτικά ευαίσθητη έχει καταστεί η υποτίμησή του.
Τα ευρύτερα οικονομικά δεδομένα είναι εξίσου ανησυχητικά. Η Τεχεράνη έχει αναγνωρίσει μείωση του εμπορίου κατά 30% έως 35% σε ετήσια βάση, καθώς και συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 10% σε ετήσια βάση μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του πολέμου. Ο ενεργειακός τομέας κατέγραψε πτώση 26,4%, ενώ η βιομηχανία και η εξορυκτική δραστηριότητα υποχώρησαν κατά 14,7%. Πρόκειται για στοιχεία που αποδίδονται στην ίδια την ιρανική κυβέρνηση, η οποία έχει κάθε λόγο να υποβαθμίζει τις συνέπειες του αποκλεισμού. Η πραγματική εικόνα ενδέχεται, συνεπώς, να είναι ακόμη δυσμενέστερη.
Η συρρίκνωση της ενεργειακής δραστηριότητας είναι ιδιαίτερα επιβαρυντική για ένα κράτος που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου τόσο για τη χρηματοδότηση των δημόσιων δαπανών όσο και για την εξασφάλιση συναλλάγματος. Ο υπουργός Πετρελαίου του Ιράν, Μοχσέν Πακνετζάντ, η θέση του οποίου είχε αμφισβητηθεί πολιτικά, παραιτήθηκε στις 4 Οκτωβρίου.
Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται στην κρατική μηχανή. Φτάνουν μέχρι τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με το Στατιστικό Κέντρο του Ιράν, οι τιμές των τροφίμων είχαν αυξηθεί κατά 128% σε ετήσια βάση έως τον Ιούλιο. Ρεπορτάζ του Al Jazeera κάνουν λόγο για ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις και περιγράφουν πώς Ιρανοί επαγγελματίες, οι οποίοι μέχρι πρότινος απολάμβαναν σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο, διολισθαίνουν πλέον κάτω από το όριο της φτώχειας.
Την ίδια ώρα, τα ανώτερα κλιμάκια του κλήρου και οι ηγετικοί κύκλοι του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) παραμένουν, σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, σχετικά προστατευμένα από την οικονομική καταστροφή.
Θα καταρρεύσει το καθεστώς μαζί με την οικονομία;
Η οικονομική κατάρρευση, ακόμη και όταν προκαλεί εκτεταμένη στέρηση, δεν οδηγεί αναγκαστικά σε αλλαγή καθεστώτος. Οι κυβερνήσεις μπορούν να επιβιώσουν ακόμη και υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, εφόσον οι μηχανισμοί ασφαλείας παραμένουν ενωμένοι, οι πολιτικές ελίτ διατηρούν την αφοσίωσή τους, η κρατική προπαγάνδα καλλιεργεί τον πατριωτισμό και η αντιπολίτευση έχει αποδυναμωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να αδυνατεί να οργανώσει μια αποτελεσματική πρόκληση εξουσίας.
Η αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν τον Ιανουάριο του 2026, κατά την οποία, σύμφωνα με τις αναφορές που επικαλείται το άρθρο, σκοτώθηκαν χιλιάδες και πιθανώς δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, φαίνεται να έχει αποδεκατίσει την αντιπολίτευση, τουλάχιστον προς το παρόν.
Η ναζιστική Γερμανία, η Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν, η Κούβα του Κάστρο, η Ζιμπάμπουε του Μουγκάμπε και το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν αποτελούν διαφορετικά ιστορικά παραδείγματα καθεστώτων που αντιμετώπισαν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και εξωτερικές πιέσεις χωρίς αυτές να οδηγήσουν αυτομάτως σε πολιτική ανατροπή.
Τα όρια της στρατηγικής και η δυσκολία των προβλέψεων
Η στρατιωτική και στρατηγική επιτυχία εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την ποιότητα των πληροφοριών και την ορθότητα της ανάλυσης. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί κρίση και ερμηνεία, όχι απλώς εφαρμογή μαθηματικών μοντέλων.
Το Ιράν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αξιολογηθεί από δυτικούς αναλυτές και υπευθύνους χάραξης πολιτικής, καθώς το πολιτικό του σύστημα και η στρατηγική κουλτούρα του δεν συμβαδίζουν πάντοτε με τις δυτικές προσδοκίες περί ορθολογικής συμπεριφοράς. Παράλληλα, η Τεχεράνη διαθέτει έναν εξαιρετικά αποτελεσματικό μηχανισμό καταστολής. Προηγούμενες δυτικές εκτιμήσεις που προέβλεπαν ταχεία κατάρρευση του καθεστώτος έχουν διαψευστεί.
Λίγο πριν από τον πόλεμο, οι πανεθνικές διαδηλώσεις ανέδειξαν το βάθος της λαϊκής δυσαρέσκειας και ενδέχεται να επηρέασαν τους υπολογισμούς του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Δεν επρόκειτο, ωστόσο, για πρωτοφανές φαινόμενο. Το Ιράν έχει γνωρίσει επανειλημμένα κύματα κοινωνικής και πολιτικής αναταραχής, χωρίς να αναδειχθεί μια ενιαία αντιπολιτευτική δύναμη ικανή να αναλάβει την εξουσία.
Οι διαδηλώσεις του Δεκεμβρίου 2025 και του Ιανουαρίου 2026, καθώς και η αιματηρή κατάληξή τους, ανέδειξαν τόσο το μέγεθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας όσο και τη δυσκολία συντονισμού μιας κατακερματισμένης αντιπολίτευσης.
Οι εξόριστοι ηγέτες της αντιπολίτευσης δεν διαθέτουν καθολική αποδοχή στο εσωτερικό της χώρας. Παράλληλα, ο τακτικός στρατός του Ιράν, γνωστός ως Artesh, δύσκολα θα μπορούσε να οργανώσει επιτυχημένο πραξικόπημα χωρίς να έρθει αντιμέτωπος με τους ισχυρούς “Φρουρούς της Επανάστασης”. Η πολιτική επιτήρηση, τα δίκτυα πληροφοριοδοτών και η διείσδυση των Φρουρών της Επανάστασης στους κρατικούς μηχανισμούς περιορίζουν ακόμη περισσότερο τα περιθώρια αυτόνομης δράσης του τακτικού στρατού.
Εξίσου σημαντικό είναι να μη συγχέεται η στρατηγική στρατιωτική ήττα με την άμεση πολιτική κατάρρευση. Μια κυβέρνηση μπορεί να χάσει έναν πόλεμο και, παρ’ όλα αυτά, να διατηρήσει τον εσωτερικό έλεγχο, εφόσον οι υπηρεσίες ασφαλείας και οι μηχανισμοί καταστολής της παραμένουν λειτουργικοί.
Ιστορικά, η εσωτερική αποσταθεροποίηση μπορεί να προηγηθεί της διάλυσης του στρατιωτικού και πολιτικού κατεστημένου. Ωστόσο, ούτε η έντονη εξωτερική πίεση ούτε η λαϊκή δυσαρέσκεια καθορίζουν από μόνες τους την έκβαση. Ο Σαντάμ Χουσεΐν, για παράδειγμα, παρέμεινε στην εξουσία στο Ιράκ έως την αμερικανική εισβολή του 2003, παρά τις προηγούμενες πολεμικές ήττες και τις κυρώσεις.
Οι προηγούμενες δυτικές εκτιμήσεις υποτίμησαν την ικανότητα του ιρανικού καθεστώτος να αντέχει τις στρατιωτικές επιθέσεις και τις κυρώσεις της πολιτικής “μέγιστης πίεσης”. Η υπόθεση ότι η εξωτερική πίεση θα οδηγούσε γρήγορα σε εσωτερικό χάος αποδείχθηκε προβληματική. Το IRGC λειτουργεί ως ένας ισχυρός πυλώνας του βαθέος κράτους, με βαθιές διασυνδέσεις στην τοπική διοίκηση, στους κρατικούς θεσμούς και στην οικονομία, γεγονός που δυσχεραίνει την εκδήλωση ενός πραξικοπήματος.
Επιπλέον, η αποκεντρωμένη διάρθρωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν επιτρέπει σε τμήματά τους να διατηρούν τη λειτουργικότητά τους ακόμη και μετά από στοχευμένα πλήγματα. Στο οικονομικό πεδίο, οι επιδοτήσεις και τα εμπορικά δίκτυα με περιφερειακές χώρες έχουν προσφέρει στο κράτος τρόπους προσαρμογής, περιορίζοντας τον κίνδυνο πλήρους παράλυσης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η δυτική στρατηγική ενδέχεται να μετατοπιστεί από την επιδίωξη άμεσης αλλαγής καθεστώτος προς μια μακροπρόθεσμη πολιτική περιορισμού της ιρανικής ισχύος, λαμβάνοντας υπόψη τη συνοχή του στενού κυβερνητικού πυρήνα και την ανθεκτικότητα των θεσμών του απέναντι στην εξωτερική παρέμβαση.
Εάν η Ουάσιγκτον δεν καταλήξει σε συμφωνία που θα ανακουφίζει ουσιαστικά την οικονομική πίεση στην Τεχεράνη, η πορεία του καθεστώτος θα εξαρτηθεί ολοένα περισσότερο από δύο παράγοντες: την οργανωτική ικανότητα της εγχώριας αντιπολίτευσης και τη συνοχή της ηγεσίας και των κυβερνώντων ελίτ.
Μια συμφωνία που θα αποκαθιστούσε τα οικονομικά περιθώρια του καθεστώτος χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της στρατηγικής αντιπαράθεσης θα μπορούσε να εξανεμίσει μεγάλο μέρος της διαπραγματευτικής ισχύος που έχει δημιουργήσει ο αποκλεισμός.
Μια τέτοια συμφωνία θα έπρεπε να περιλαμβάνει εποπτευόμενη και επαληθεύσιμη αναστολή του πυρηνικού προγράμματος και του εμπλουτισμού ουρανίου, περιορισμούς στο οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς και στην παραγωγή τους, καθώς και τερματισμό της υποστήριξης προς τις οργανώσεις και τις ένοπλες δυνάμεις που υποστηρίζει το Ιράν στον Λίβανο, στο Ιράκ, στη Γάζα και στην Υεμένη.
Η οικονομική επιδείνωση, πάντως, δεν αποτελεί χρονοδιάγραμμα για την αλλαγή καθεστώτος. Οι πιέσεις που δέχεται το Ιράν δεν θα μεταφραστούν αυτομάτως σε πολιτικές παραχωρήσεις. Ο οικονομικός αποκλεισμός μπορεί να περιορίσει τις επιλογές της Τεχεράνης, αλλά δεν εγγυάται ότι θα την υποχρεώσει να αποδεχθεί τους όρους της Ουάσιγκτον.
Ελλείψει στρατιωτικής εισβολής των ΗΠΑ, η συνέχιση της οικονομικής πίεσης αποτελεί την ενδεδειγμένη επιλογή. Ωστόσο, από την αμερικανική στρατηγική απουσιάζει μια ουσιαστική διάσταση πληροφοριακού πολέμου, η οποία θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις εσωτερικές αντιφάσεις και τις αδυναμίες του καθεστώτος.
Η απειλή μιας οικονομικής κατάρρευσης έχει περιορίσει τα περιθώρια κινήσεων της Τεχεράνης, αλλά η πολιτική επιβίωση του καθεστώτος παραμένει αβέβαιη. Ένα είναι σαφές: εάν καταφέρει να επιβιώσει από την παρούσα κρίση, θα αντλήσει διδάγματα από αυτήν και θα επιχειρήσει να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του για μελλοντικές αντιπαραθέσεις.
