Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Του Ariel Cohen

Την Κυριακή 11 Οκτωβρίου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε ότι “υπάρχει ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ στον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας”, υποστηρίζοντας ότι οι δύο πλευρές είχαν καταλήξει σε συμφωνία. Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε αιφνιδιασμένος από την ανακοίνωση, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι η Ουκρανία θα σταματήσει τις επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου, εφόσον η Μόσχα διακόψει τα πλήγματα ενάντια στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές. Ο Ζελένσκι κατήγγειλε ότι το ίδιο βράδυ ρωσικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Κίεβο και στο Χάρκοβο. Σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή της συμφωνίας θα κριθεί στην πράξη.

Η ενέργεια βρίσκεται στο επίκεντρο των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας. Η συμφωνία που ανακοίνωσε ο Τραμπ στις 9 Οκτωβρίου, έπειτα από συνεννόηση με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν, για την προμήθεια ντίζελ στις διεθνείς αγορές συνιστά εντυπωσιακή μεταστροφή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα. Ωστόσο, δύσκολα θα προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση από την έλλειψη ντίζελ και την ευρύτερη ενεργειακή κρίση που πλήττει επιχειρήσεις και καταναλωτές στις ΗΠΑ και διεθνώς.

Ανακοινώνοντας τη συμφωνία, ο Τραμπ δήλωσε ότι η Ρωσία θα διαθέσει άμεσα πάνω από από 300.000 τόνους ντίζελ, ενώ θα ακολουθήσουν πρόσθετες αποστολές τον Νοέμβριο και τους επόμενους μήνες. Για τη διευκόλυνση των παραδόσεων, η αμερικανική κυβέρνηση χαλάρωσε προσωρινά τις κυρώσεις σε βάρος της Μόσχας. Ωστόσο, οι εμπορικοί όροι της συμφωνίας παραμένουν αδιευκρίνιστοι: δεν είναι γνωστό ποιο τίμημα θα καταβληθεί στη Ρωσία, ποια ποσότητα καυσίμου θα φτάσει απευθείας σε Αμερικανούς αγοραστές ή εάν η Ουάσιγκτον έχει προσφέρει στο Κρεμλίνο άλλου είδους ανταλλάγματα.

Τον Σεπτέμβριο, ο Τραμπ άρχισε να ζητά από την Ουκρανία να σταματήσει τις επιθέσεις κατά ρωσικών διυλιστηρίων, αποδίδοντας ουσιαστικά στο Κίεβο την ευθύνη για την άνοδο των διεθνών τιμών του ντίζελ. Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν ασφαλώς συμβάλει στην επιδείνωση της κατάστασης. Ωστόσο, η ευρύτερη εικόνα περιλαμβάνει και τις ιρανικές επιθέσεις κατά πετρελαϊκών εγκαταστάσεων και διυλιστηρίων στον Περσικό Κόλπο, τους κανονιστικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζουν τα διυλιστήρια στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, καθώς και τις σοβαρές διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.

Οι αριθμοί της Συμφωνίας

Μπορεί η συμφωνία να οδηγήσει σε ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών; Οι αριθμοί, πάντως, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.

Οι πρώτοι 300.000  τόνοι αντιστοιχούν σε περίπου 2,25 εκατ. βαρέλια ντίζελ. Σύμφωνα με την αμερικανική Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών (EIA), η μέση ημερήσια κατανάλωση αποσταγμάτων πετρελαίου στις ΗΠΑ —κατηγορία που περιλαμβάνει κυρίως το ντίζελ και το πετρέλαιο θέρμανσης— ανήλθε το 2025 σε 3,91 εκατ. βαρέλια. Επομένως, η αρχική ποσότητα αντιστοιχεί σε μόλις 0,6 ημέρες εγχώριας κατανάλωσης αποσταγμάτων.

Ακόμη και αν παραδοθούν κανονικά οι πρόσθετες ποσότητες των 500.000 και του 1 εκατ. τόνων που έχουν ανακοινωθεί, το σύνολο των 1,8 εκατ. τόνων θα αντιστοιχεί σε περίπου 13,5 εκατ. βαρέλια — δηλαδή, μόλις 3,5 ημέρες κατανάλωσης στις ΗΠΑ. Και αυτό χωρίς να συνυπολογίζονται οι ελλείψεις στις υπόλοιπες αγορές του κόσμου.

Σύμφωνα με την Έκθεση για την Αγορά Πετρελαίου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) για τον Σεπτέμβριο του 2026, οι συνδυασμένες εξαγωγές ντίζελ και πετρελαίου κίνησης από τη Ρωσία και τα κράτη του Κόλπου ήταν τον Αύγουστο μειωμένες κατά 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο. Ακόμη και αν η Ρωσία παραδώσει το σύνολο των 4,8 εκατ. τόνων που έχουν ανακοινωθεί —ποσότητα ισοδύναμη με περίπου 36 εκατ. βαρέλια— θα καλυφθεί μόλις το ισοδύναμο 23 ημερών από τις απώλειες στις εξαγωγές.

Οι συγκρίσεις αυτές δεν αποτελούν πρόβλεψη για τις πραγματικές παραδόσεις. Επιπλέον, δεν λαμβάνουν υπόψη τις εξαγωγές, τα διαθέσιμα αποθέματα ή τους περιορισμούς στη διανομή καυσίμων ανά περιοχή. Σε κάθε περίπτωση, οι εξαγγελθείσες παραδόσεις δεν συνεπάγονται αυτομάτως πτώση των τιμών. Το ντίζελ είναι απαραίτητο τώρα, τα αποθέματα βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα και τα φορτία δεν μπορούν να φτάσουν αμέσως στα σημεία διάθεσης και στους τελικούς καταναλωτές.

Οι συγκεκριμένες αποστολές καλύπτουν μόνο λίγες ημέρες εθνικής κατανάλωσης και ενδέχεται να μην κατευθυνθούν εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ. Ως εκ τούτου, δύσκολα θα προσφέρουν διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των τιμών σε μια διεθνή αγορά που έχει αποσταθεροποιηθεί από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Παράλληλα, οι λεπτομέρειες των παραδόσεων παραμένουν ασαφείς. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην έλλειψη ενημέρωσης. Λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση της συμφωνίας, η Ουκρανία εξαπέλυσε επίθεση κατά του στρατηγικής σημασίας τερματικού σταθμού εξαγωγής πετρελαϊκών προϊόντων NZNP Rostovsky, στο Ροστόφ του Ντον.

Γιατί παραμένουν τόσο υψηλές οι τιμές του ντίζελ;

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι απλώς η έλλειψη αργού πετρελαίου, ούτε αφορά αποκλειστικά το ντίζελ. Είναι πρωτίστως η περιορισμένη διαθεσιμότητα διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων, σε συνθήκες εκτεταμένης διαταραχής στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες ενέργειας και στη διυλιστική δυναμικότητα.

Η σημερινή κρίση αποτελεί προειδοποίηση για το τι θα μπορούσε να επιφυλάσσει το μέλλον, εάν οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και οι σύμμαχοί τους στην Ανατολική Ασία δεν καταφέρουν να περιορίσουν τις ενέργειες της Μόσχας, της Τεχεράνης και των Χούθι στην Υεμένη.

Πριν ενταθούν οι ουκρανικές επιθέσεις με drones μεγάλης εμβέλειας, η Ρωσία αποτελούσε βασικό πυλώνα της παγκόσμιας αγοράς ντίζελ. Διαθέτει 32 μεγάλα διυλιστήρια και συνολική εγκατεστημένη δυναμικότητα διύλισης περίπου 6,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως, καταλαμβάνοντας την 3η θέση παγκοσμίως στην παραγωγή διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα.

Η Ρωσία εξήγαγε περίπου το 50% της παραγωγής ντίζελ και πετρελαίου κίνησης, με τις θαλάσσιες εξαγωγές να κυμαίνονται μεταξύ 800.000 και 1 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Σύμφωνα με την Kpler, ο μέσος όρος για το 2025 διαμορφώθηκε σε 817.000 βαρέλια ημερησίως.

Έκτοτε, οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν ανατρέψει τις ισορροπίες. Το πρώτο 8μηνο του 2026, τα ρωσικά διυλιστήρια δέχονταν κατά μέσο όρο μία επίθεση κάθε τρεις ημέρες. Η διαθέσιμη διυλιστική δυναμικότητα υποχώρησε τον Ιούνιο στα 3,8 εκατ. βαρέλια ημερησίως, στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων είκοσι ετών και περίπου 30% κάτω από τα επίπεδα ενός χρόνου νωρίτερα. Η παραγωγή ντίζελ μειώθηκε κατά περίπου 30%.

Η Μόσχα απάντησε επιβάλλοντας απαγόρευση εξαγωγών ντίζελ στις 8 Ιουλίου. Ως αποτέλεσμα, οι εξαγωγές ντίζελ και πετρελαίου κίνησης δια θαλάσσης περιορίστηκαν σε περίπου 150.000 βαρέλια ημερησίως τον Αύγουστο και 144.000 βαρέλια ημερησίως τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας πτώση περίπου 80% σε σχέση με τον μέσο όρο του 2025. Η απώλεια αυτών των ποσοτήτων επιδείνωσε περαιτέρω την κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν, ο οποίος ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου του 2026.

Τον Φεβρουάριο, οι χώρες του Περσικού Κόλπου εξήγαν διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα και υγραέριο (LPG) με ρυθμό άνω των 6 εκατ. βαρελιών ημερησίως. Σε αυτές τις ποσότητες περιλαμβάνονταν καθαρές εξαγωγές ντίζελ και πετρελαίου κίνησης περίπου 1,4-1,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως.

Οι περιορισμοί στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ —από τα οποία διέρχεται υπό κανονικές συνθήκες περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου— μείωσαν τις εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων και υγραερίου από τον Κόλπο κατά σχεδόν 60%, ή κατά 3,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Τον Αύγουστο, οι καθαρές εξαγωγές ντίζελ και πετρελαίου κίνησης είχαν περιοριστεί σε περίπου 390.000 βαρέλια ημερησίως, λίγο πάνω από το ένα τέταρτο των επιπέδων προπολεμικά.

Σήμερα, οι ροές αργού πετρελαίου από τον Κόλπο έχουν σε μεγάλο βαθμό ανακάμψει, χάρη στη χρήση εναλλακτικών διαδρομών μέσω αγωγών και στις συνοδείες πλοίων από το αμερικανικό ναυτικό. Οι αποστολές διυλισμένων προϊόντων, ωστόσο, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς.

Τον Φεβρουάριο, ο Κόλπος και η Ρωσία αντιπροσώπευαν από κοινού σχεδόν το 45% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου ντίζελ. Μέχρι τον Αύγουστο, οι συνδυασμένες εξαγωγές τους είχαν μειωθεί κατά 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Σύμφωνα με ανάλυση στοιχείων του IEA, περίπου τα δύο τρίτα της απώλειας οφείλονταν στις διαταραχές στον Κόλπο και το υπόλοιπο ένα τρίτο στις ουκρανικές επιθέσεις κατά ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε ιστορικά υψηλά περιθώρια διύλισης στη λεκάνη του Ατλαντικού. Τον Σεπτέμβριο, τα περιθώρια διύλισης του ντίζελ ξεπέρασαν τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ στις αρχές του ίδιου μήνα οι τιμές του ντίζελ στις ΗΠΑ ξεπέρασαν τα 200 δολάρια το βαρέλι. Οι διαταραχές στον Περσικό Κόλπο και τα προβλήματα στη ρωσική διύλιση αλληλοενισχύθηκαν, προκαλώντας σοβαρή στενότητα προσφοράς στις δυτικές αγορές ντίζελ.

Όπως προαναφέρθηκε, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να αποδώσει στην Ουκρανία την ευθύνη για την αύξηση του ενεργειακού κόστους, επικρίνοντας τις επιθέσεις της κατά ρωσικών ενεργειακών υποδομών. Οι διακοπές λειτουργίας των ρωσικών διυλιστηρίων έχουν πράγματι επιπτώσεις στην αγορά. Ωστόσο, η απόδοση της συνολικής κρίσης στο Κίεβο αποκρύπτει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι διαταραχές γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.

Η επίρριψη ευθυνών στην Ουκρανία δεν αποκαθιστά τις εφοδιαστικές αλυσίδες, δεν επαναφέρει σε λειτουργία τις κατεστραμμένες εγκαταστάσεις και δεν αυξάνει τη διυλιστική δυναμικότητα. Ούτε η αγορά ρωσικού ντίζελ αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της ανόδου των τιμών.

Μια πολιτική που αντιμετωπίζει έναν επιμέρους παράγοντα της κρίσης ως τη βασική της αιτία κινδυνεύει να προσφέρει ελάχιστη οικονομική ανακούφιση, επιβάλλοντας ταυτόχρονα σημαντικό στρατηγικό κόστος.

Πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει η συμφωνία

Εάν η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι οι παραχωρήσεις προς τη Μόσχα είναι αναγκαίες για την προώθηση των διαπραγματεύσεων σχετικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία, θα πρέπει να τις συνδέσει με έναν σαφή διπλωματικό στόχο.

Η αγορά ρωσικού ντίζελ χωρίς εγγυήσεις για τη διαχείριση των εσόδων ενέχει τον κίνδυνο να προσφέρει στο Κρεμλίνο ακριβώς αυτό που οι κυρώσεις επιδιώκουν να περιορίσουν: πρόσθετα έσοδα σε σκληρό νόμισμα. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο κατάθεσης των πληρωμών σε λογαριασμό μεσεγγύησης (escrow), με την εκταμίευση των χρημάτων να τελεί υπό τον έλεγχο των αμερικανικών αρχών ή ενός ορισμένου τρίτου φορέα και να επιτρέπεται μόνο για επαληθευμένες ανθρωπιστικές ανάγκες.

Μια τέτοια ρύθμιση θα είχε αδυναμίες. Δεν θα εξάλειφε το πρόβλημα της υποκατάστασης των χρηματοδοτικών πόρων: η Ρωσία θα μπορούσε να ανακατευθύνει άλλα εγχώρια κεφάλαια, τα οποία προηγουμένως προορίζονταν για ανθρωπιστικές ή πολιτικές δαπάνες, προς τη χρηματοδότηση στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Ωστόσο, ένας μηχανισμός ελεγχόμενων πληρωμών θα εξασφάλιζε μεγαλύτερη διαφάνεια και αυστηρότερους όρους από μια ανεξέλεγκτη εμπορική συναλλαγή. Παράλληλα, θα δημιουργούσε μια μετρήσιμη σύνδεση μεταξύ των οικονομικών παραχωρήσεων και της διπλωματικής προόδου.

Η έλλειψη ξεκάθαρων όρων καθιστά αυτή τη διάκριση κρίσιμη. Χωρίς διαφάνεια, ούτε οι αμερικανικές επιχειρήσεις ούτε οι πολίτες μπορούν να αξιολογήσουν το πραγματικό κόστος της συμφωνίας. Εάν η Μόσχα εξασφαλίσει έσοδα σε σκληρό νόμισμα, ενώ η Ουάσιγκτον αποκομίσει μόνο μια οριακή αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας καυσίμων, θα είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί η συμφωνία ως μέσο ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας ή προώθησης της διπλωματίας.

Πώς μπορούν να μειωθούν οι τιμές του ντίζελ

Οι περιορισμοί στη διυλιστική δραστηριότητα στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες είναι γνωστοί. Μια πιο βιώσιμη αντιμετώπιση της κρίσης θα απαιτούσε την άρση διαρθρωτικών εμποδίων που περιορίζουν τη διυλιστική δυναμικότητα των ΗΠΑ.

Οι ΗΠΑ παράγουν μεγάλες ποσότητες αργού πετρελαίου, αλλά η αύξηση της παραγωγής του δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεγαλύτερη παραγωγή ντίζελ. Η τεχνική διαμόρφωση των διυλιστηρίων, το υψηλό επενδυτικό κόστος, οι διαδικασίες αδειοδότησης και η διαθεσιμότητα κατάλληλων ποιοτήτων αργού καθορίζουν τόσο τον όγκο όσο και τη σύνθεση των προϊόντων που μπορούν να παραχθούν.

Αντί να εξαρτώνται από συμφωνίες με το Κρεμλίνο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να επιδιώξουν την άρση περιττών κανονιστικών εμποδίων, ώστε να καταστεί οικονομικά βιώσιμη η δημιουργία νέας διυλιστικής δυναμικότητας. Παράλληλα, θα πρέπει να διευκολυνθούν οι επενδύσεις για την επέκταση ή την αναβάθμιση των υφιστάμενων αμερικανικών διυλιστηρίων, προκειμένου να μπορούν να επεξεργάζονται μεγαλύτερες ποσότητες βαρέος αργού πετρελαίου.

Η εισαγωγή και διύλιση βαρέος καναδικού αργού θα μπορούσε να συμβάλει και στην αποκατάσταση των σχέσεων που έχουν επιβαρυνθεί το τελευταίο διάστημα μεταξύ Ουάσιγκτον και Οτάβας. Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής, θα μπορούσε επίσης να αξιοποιηθεί το βαρύ αργό πετρέλαιο της Βενεζουέλας.

Πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη στρατηγική, όχι για μια άμεση λύση στο σημερινό πρόβλημα των τιμών. Η ενίσχυση, ωστόσο, της εγχώριας διυλιστικής δυναμικότητας θα καθιστούσε την αγορά ανθεκτικότερη σε μελλοντικές διαταραχές, αντί να αφήνει τους Αμερικανούς καταναλωτές εκτεθειμένους σε προσωρινές διευθετήσεις με ξένες κυβερνήσεις.

Το βασικό ζήτημα είναι η συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής. Η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να επιδιώκει αξιόπιστα τον περιορισμό των πόρων που διαθέτει η Ρωσία για τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία και, ταυτόχρονα, να χαλαρώνει τις κυρώσεις χωρίς διαφανείς όρους ή αποδεδειγμένο στρατηγικό όφελος.

Η συμφωνία για το ντίζελ και η ενδεχόμενη “ενεργειακή εκεχειρία” μεταξύ Μόσχας και Κιέβου μπορεί, εφόσον εφαρμοστούν, να ενισχύσουν τις διαθέσιμες ποσότητες στις διεθνείς αγορές. Ωστόσο, ο όγκος των προμηθειών είναι απίθανο να μεταβάλει ουσιαστικά το περιβάλλον των τιμών πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Η συμφωνία για το ντίζελ δεν συνιστά σκληρή διαπραγμάτευση ούτε ανταποκρίνεται στη λογική του βιβλίου του Τραμπ The Art of the Deal (“Η τέχνη της συμφωνίας”). Εάν οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να ανταλλάξουν τη διαπραγματευτική ισχύ που τους προσφέρουν οι κυρώσεις με μια περιορισμένη και προσωρινή ανακούφιση στην αγορά καυσίμων, η Μόσχα θα εξασφαλίσει πρόσθετα έσοδα, ενώ η Ουάσιγκτον κινδυνεύει να υπονομεύσει τη συνοχή της ίδιας της πολιτικής της.

Η ενεργειακή ασφάλεια απαιτεί επενδύσεις, παραγωγική και διυλιστική δυναμικότητα, καθώς και συνεκτική στρατηγική — όχι απλώς άλλη μία συμφωνία με το Κρεμλίνο.

Forbes