Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Τον Ιούνιο του 2022, λίγους μήνες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δημοσίευσα το άρθρο «Ας φάνε παντεσπάνι». Τότε, ενώ η συζήτηση περιστρεφόταν γύρω από τον πληθωρισμό και τις επιπτώσεις του, προειδοποιούσα για κάτι βαθύτερο: ότι η εκτίναξη των τιμών, κυρίως των τροφίμων, μπορούσε να εξελιχθεί σε κοινωνική αναταραχή και πολιτική ανατροπή.  

Τέσσερα χρόνια μετά, όσα συμβαίνουν στη Γαλλία δίνουν σε εκείνη την προειδοποίηση μια ανησυχητική επικαιρότητα. Αφού, τα προβλήματα δεν γεννήθηκαν τώρα. Συσσωρεύονταν. Οι τιμές των τροφίμων στη Γαλλία το 2025 ανέβηκαν κατά 23% από το 2021 και τα καύσιμα κατά περίπου 50%.

Και εδώ βρίσκεται μια συχνή παρανόηση της δημόσιας συζήτησης: η επιβράδυνση του πληθωρισμού δεν σημαίνει επιστροφή των τιμών στα παλιά επίπεδα. Ο οικογενειάρχης δεν ψωνίζει με ποσοστά. Πληρώνει με ευρώ. Τον Σεπτέμβριο του 2026, μάλιστα, η νέα ενεργειακή έξαρση πρόσθεσε πίεση στους ήδη επιβαρυμένους προϋπολογισμούς.

Η σπίθα στη Γαλλία ήρθε από τα σχολεία. Ελλείψεις εκπαιδευτικών, υποδομές που υποβαθμίζονται, νέοι που αμφιβάλλουν για τις προοπτικές τους. Το εκπαιδευτικό ζήτημα συνάντησε την αγωνία για μισθούς, συντάξεις και δημόσιες υπηρεσίες. Έτσι, μια ειδική διαμαρτυρία έγινε ευρύτερο κοινωνικό κίνημα. Δεν πρόκειται απλώς για δυσφορία απέναντι σε μία κυβέρνηση. Πρόκειται για το ερώτημα αν η επόμενη γενιά θα ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη.

Η Γαλλία αντιμετωπίζει σήμερα μια σκληρή δημοσιονομική πραγματικότητα. Με προβλεπόμενο έλλειμμα να ανέρχεται στο 5,4% του ΑΕΠ και με ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 119%, η κυβέρνηση προσπαθεί να ανακτήσει δημοσιονομικό χώρο. Αλλά ποιος θα πληρώσει; Ποιος θα προστατευθεί; Ποιες δαπάνες συντηρούν προνόμια και ποιες χρηματοδοτούν ευκαιρίες; Αυτά είναι πολιτικά ερωτήματα με βαθύ οικονομικό περιεχόμενο. Η λιτότητα χωρίς δικαιοσύνη μπορεί να υπονομεύσει την κοινωνική συνοχή. Η ανεξέλεγκτη δαπάνη, αντίστοιχα, υποθηκεύει το μέλλον.

Η ιστορία, όμως, δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά. Όπως η Γαλλική Επανάσταση του 1789 δεν προκλήθηκε μόνο από την τιμή του ψωμιού, ούτε και οι σημερινές ταραχές εξηγούνται μόνο από το πετρέλαιο. Και στις δύο περιπτώσεις αναδεικνύεται το πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει ο συνδυασμός οικονομικής ασφυξίας, αίσθησης αδικίας και κρίσης εμπιστοσύνης στους Θεσμούς. Αυτή ακριβώς ήταν η ουσία της ανάλυσής μου το 2022, όταν συνέδεσα τις επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία με ενδεχόμενες πολιτικές ανακατατάξεις.

Τι σχέση έχει, όμως, η Κύπρος; Εδώ, τα δημόσια οικονομικά είναι υγιή. Δυστυχώς, αυτό από μόνο του δεν συνεπάγεται κοινωνική ευημερία, ούτε ασφαλώς εγγυάται κοινωνική σταθερότητα. Τουναντίον. Όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, η σταθερότητα των κρατικών λογαριασμών απλώς συνυπάρχει, πρόσκαιρα, με μια επικίνδυνα εύθραυστη κοινωνική ισορροπία. Ιδιαίτερα όταν η καλή δημοσιονομική εικόνα ενισχύεται από αυξημένα κρατικά έσοδα λόγω της ακρίβειας, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Περίπου 167.000 συμπολίτες μας, δηλαδή το 17% του πληθυσμού, βρίσκονταν το 2025 σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Ο κίνδυνος εισοδηματικής φτώχειας για τους άνω των 65 ετών ανέβηκε από 21,7% το 2022 στο 33,2% το 2025. Και ο δείκτης εισοδηματικής ανισότητας αυξήθηκε από 29,0 το 2022 σε 31,2 το 2025. Δεν μπορούμε να μιλάμε για δίκαιη πρόοδο αγνοώντας αυτές τις εξελίξεις.

Το πρόβλημα βαθαίνει στη στέγαση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι η κοινωνική και προσιτή κατοικία στην Κύπρο είναι περιορισμένη, ενώ τα νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικά, ενοίκια ή λογαριασμούς υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η άνοδος της αξίας των ακινήτων αποτελεί πλούτο για εκείνους που κατέχουν περιουσία, αλλά εμπόδιο για τον νέο που αναζητά την πρώτη κατοικία του. Έτσι, δημιουργείται ένα νέο κοινωνικό ρήγμα: ανάμεσα σε όσους διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και όσους έχουν μόνο τον μισθό τους, και πόσο μάλλον όταν ούτε αυτός δεν αρκεί.

Αναντίλεκτα, η Κύπρος σήμερα δεν βρίσκεται στα πρόθυρα γαλλικού τύπου αναταραχών. Την ίδια στιγμή, όμως, η οικονομική μεγέθυνση που δεν μοιράζει δίκαια τα οφέλη της δημιουργεί μια επίπλαστη σταθερότητα και πολιτική ηρεμία. Και όσο αυτό στηρίζεται στην ανοχή της Κοινωνίας παρά σε κοινωνική δικαιοσύνη, αυτή η σταθερότητα και ηρεμία παραμένουν εύθραυστες, και έρμαιο της επόμενης δημοσιονομικής κρίσης που (όπως και το 2012/13) μπορεί να μην έχει σχέση με τα δημόσια οικονομικά και μόνο.

Χρειαζόμαστε συνεπώς αλλαγή οικονομικού μοντέλου. Όχι επιδοματική διαχείριση των συμπτωμάτων. Ενέργεια φθηνότερη μέσα από δίκτυα, αποθήκευση και πραγματικό ανταγωνισμό. Περισσότερη προσιτή κατοικία, αντί αποκλειστικής εξάρτησης από την οικοδομική κερδοφορία. Παραγωγικές επενδύσεις που δημιουργούν καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Ισχυρή δημόσια παιδεία και αποτελεσματική κοινωνική προστασία. Και μια προοδευτική φορολογική πολιτική που μοιράζει δίκαια τα βάρη, χωρίς να τιμωρεί την παραγωγή και την επιχειρηματικότητα.

* Διδάκτορας Χρηματοοικονομικών και Μακροοικονομίας του Πανεπιστημίου του Cambridge.