Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ περαιτέρω ψηφιοποίηση των πληρωμών δεν σημαίνει ότι τα μετρητά παύουν να έχουν οικονομική και κοινωνική χρησιμότητα. Η πρόσφατη πρωτοβουλία του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου και της Visa για την περαιτέρω προώθηση της υπηρεσίας Cashback αναδεικνύει ακριβώς αυτή την πραγματικότητα. Τη δημιουργία ενός ενδιάμεσου μηχανισμού, μέσω του οποίου η ηλεκτρονική πληρωμή και η πρόσβαση σε μετρητά συνυπάρχουν.
Ο καταναλωτής πληρώνει με χρεωστική κάρτα και, ταυτόχρονα, λαμβάνει μετρητά από το ταμείο της επιχείρησης. Η υπηρεσία δεν είναι «επιστροφή χρημάτων», ούτε πρόγραμμα επιβράβευσης. Είναι ανάληψη μετρητών στο σημείο πώλησης, συνδεδεμένη με πραγματική αγορά.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Τραπεζών, η υπηρεσία διατίθεται σήμερα σε περίπου 450 καταστήματα λιανικής με ανώτατο ποσό ανάληψης €100 ανά συναλλαγή. Απαιτείται αγορά οποιασδήποτε αξίας και υποστηρίζονται χρεωστικές κάρτες Visa ή Mastercard που έχουν εκδοθεί από εγχώριο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Δεν εφαρμόζεται σε πιστωτικές κάρτες. Παρέχεται χωρίς χρέωση στον καταναλωτή και, σύμφωνα με την JCC, χωρίς επιπλέον επιβάρυνση για την επιχείρηση.
Η νομική σημασία
Η υπηρεσία πρέπει να εξεταστεί στο ευρύτερο πλαίσιο των υπηρεσιών πληρωμών. Στην Κύπρο εφαρμόζεται ο περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμος του 2018, όπως έχει τροποποιηθεί, ο οποίος ενσωματώνει την Ευρωπαϊκή Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366. Το νομοθετικό πλαίσιο δίνει έμφαση στη διαφάνεια των όρων, στην ασφάλεια των μέσων πληρωμής και στην κατανομή ευθύνης μεταξύ χρήστη και παρόχου.
Ο πελάτης πρέπει να γνωρίζει ότι εγκρίνει συναλλαγή που περιλαμβάνει αγορά και ανάληψη μετρητών. Η διακριτή εμφάνιση των δύο ποσών στην απόδειξη αποτελεί ουσιώδες στοιχείο διαφάνειας. Παράλληλα, η χρήση PIN και οι μηχανισμοί ταυτοποίησης περιορίζουν τον κίνδυνο μη εξουσιοδοτημένης χρήσης.
Σε περίπτωση μη εξουσιοδοτημένης πράξης πληρωμής, το ζήτημα δεν εξαντλείται στη διαπίστωση ότι «έγινε χρήση της κάρτας». Ο Νόμος καθορίζει συγκεκριμένο πλαίσιο ευθύνης. Κατ’ αρχήν, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών υπέχει ευθύνη για μη εγκεκριμένες συναλλαγές, ενώ ο χρήστης μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να επιβαρυνθεί μέχρι €50 σε περίπτωση απώλειας ή κλοπής του μέσου πληρωμής. Η ευθύνη του μπορεί να διευρυνθεί εάν ενήργησε με δόλο ή βαριά αμέλεια. Μετά την ειδοποίηση του παρόχου για απώλεια ή κλοπή, ο χρήστης, κατά κανόνα, δεν επιβαρύνεται για μεταγενέστερη μη εξουσιοδοτημένη χρήση, εκτός εάν ενήργησε δολίως.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η διάκριση των ρόλων όσων συμμετέχουν στη συναλλαγή. Ο εκδότης της κάρτας, ο αποδέκτης, η JCC, ο έμπορος και τα διεθνή σχήματα καρτών δεν έχουν κατ’ ανάγκη τον ίδιο ρόλο ούτε την ίδια ευθύνη. Σε περίπτωση λανθασμένης χρέωσης ή αμφισβήτησης συναλλαγής, ο καταναλωτής πρέπει πρωτίστως να απευθύνεται έγκαιρα στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του και να τον ενημερώσει. Η σαφής απόδειξη της συναλλαγής και η διακριτή καταγραφή της αγοράς και του Cashback μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικές για τη διερεύνηση και επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς.
Για τον καταναλωτή
Το βασικό πλεονέκτημα είναι η ευκολία. Ο καταναλωτής δεν χρειάζεται να αναζητήσει ΑΤΜ για ένα μικρό ποσό μετρητών. Ιδιαίτερα σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου η πρόσβαση σε ΑΤΜ είναι περιορισμένη, μια υπεραγορά, ένα περίπτερο ή ένα πρατήριο μπορούν να λειτουργήσουν ως συμπληρωματικά σημεία πρόσβασης σε μετρητά.
Η υπηρεσία έχει και κοινωνική διάσταση. Δεν υποχρεώνει τον καταναλωτή να επιλέξει αποκλειστικά μεταξύ μετρητών και ηλεκτρονικής πληρωμής. Επιτρέπει τη συνύπαρξη τους στην ίδια συναλλαγή, χωρίς πρόσθετη χρέωση για το Cashback.
Για την επιχείρηση
Ο έμπορος μπορεί να διαφοροποιήσει την επιχείρηση από ανταγωνιστές που δεν παρέχουν την υπηρεσία, αυξάνοντας την πελατεία. Η JCC επισημαίνει επίσης τη δυνατότητα μείωσης του κόστους διαχείρισης μετρητών.
Υπάρχει όμως και νομική και λειτουργική υποχρέωση. Το προσωπικό πρέπει να εφαρμόζει σωστά τη διαδικασία, να επιβεβαιώνει το ποσό και να προστατεύει τα στοιχεία ασφαλείας του πελάτη. Η επιχείρηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζει το Cashback ως απλή «εξυπηρέτηση ταμείου», αλλά ως λειτουργία συνδεδεμένη με σύστημα πληρωμών και συγκεκριμένους κανόνες.
Η άποψη μου
Το Cashback δεν πρέπει να ιδωθεί ως υποκατάστατο των ΑΤΜ, αλλά ως χρήσιμο συμπλήρωμα τους. Η αξία του θα κριθεί από την επέκταση του δικτύου, την επαρκή ενημέρωση του κοινού και, κυρίως, από την εμπιστοσύνη που θα δημιουργήσει η ορθή και ασφαλής εφαρμογή του.
Σε μια οικονομία που κινείται σταθερά προς τις ηλεκτρονικές πληρωμές, θεωρώ θετικό ότι η ψηφιοποίηση δεν οδηγεί αναγκαστικά στην εξαφάνιση των μετρητών. Το Cashback, προσφέρει ευκολία στον καταναλωτή και πιθανό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στην επιχείρηση, αλλά προϋποθέτει σαφείς κανόνες, διαφάνεια και ορθή κατανομή ευθύνης.
* Δικηγόρος στη Λάρνακα