Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα, Τρίτη 3 Νοεμβρίου, οι Αμερικανοί, σε μια κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση που θα καθορίσει τους συσχετισμούς δυνάμεων στο Κογκρέσο και τη δυνατότητα του Ντόναλντ Τραμπ να προωθήσει την πολιτική του κατά την τελευταία διετία της προεδρικής του θητείας. Με την οικονομία να κυριαρχεί στην προεκλογική αντιπαράθεση, οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να ανατρέψουν τις ισορροπίες στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να συσπειρώσει τη βάση των Ρεπουμπλικανών.

Σύμφωνα με τις τελευταίες αναλύσεις των Associated Press, Washington Post και Reuters, οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να διεκδικούν με αξιώσεις τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ η μάχη για τη Γερουσία παραμένει δυσκολότερη και περισσότερο αμφίρροπη.

Την ίδια ώρα, στελέχη της αντιπολίτευσης προετοιμάζονται ήδη για το ενδεχόμενο να αποκτήσουν την εξουσία διεξαγωγής κοινοβουλευτικών ερευνών σε βάρος της κυβέρνησης Τραμπ, με αντικείμενο μεταξύ άλλων τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του προέδρου και της οικογένειάς του.

Δημοσκόπηση Ipsos – Reuters: Καθηλωμένη στο 32% η δημοτικότητα του Τραμπ

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα δημοσκόπησης που διενεργήθηκε από το ινστιτούτο Ipsos για λογαριασμό του πρακτορείου ειδήσεων Reuters, η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τραμπ παραμένει καθηλωμένη κοντά σε ιστορικά χαμηλό επίπεδο, καθώς ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος στις ΗΠΑ αντιλαμβάνεται την ψήφο στις ενδιάμεσες εκλογές ως έκφραση αποδοκιμασίας στην πολιτική του Ρεπουμπλικάνου προέδρου.

Τα αποτελέσματα της πενθήμερης έρευνας, η οποία ολοκληρώθηκε χθες, δείχνουν ότι η εκλογική αναμέτρηση ενδέχεται να είναι πιο αμφίρροπη από ό,τι αναμενόταν το προηγούμενο διάστημα.

Περίπου το 46% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση δήλωσε ότι θα επιλέξει Δημοκρατικούς σε αυτές τις εκλογές – οι οποίες θα καθορίσουν ποιο κόμμα θα ελέγχει το Κογκρέσο τα δύο τελευταία χρόνια της θητείας του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ – έναντι 38% που εξέφρασε την προτίμησή του σε Ρεπουμπλικάνους. Το προβάδισμα οκτώ μονάδων για τους Δημοκρατικούς είναι μειωμένο σε σύγκριση με δημοσκόπηση των Ipsos/Reuters την προηγούμενη εβδομάδα, καθώς τότε ανερχόταν σε 11 μονάδες.

Η προτίμηση κόμματος αποτυπώνει μεν το γενικότερο κλίμα σε εθνικό επίπεδο, ωστόσο δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των αναμετρήσεων ανά πολιτεία και εκλογική περιφέρεια, οι οποίες μπορεί να αποδειχθούν καθοριστικές.

Περίπου το 32% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι εγκρίνει το έργο του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ποσοστό αμετάβλητο σε σύγκριση με την προηγούμενη εβδομάδα και ελάχιστα υψηλότερο από το ιστορικό χαμηλό του 31% που καταγράφηκε πριν από δύο εβδομάδες.

Οι μισοί από τους ερωτηθέντες που δεν εξέφρασαν κομματική προτίμηση δήλωσαν πως αντιλαμβάνονται την ψήφο τους σε αυτές τις εκλογές ως έκφραση αποδοκιμασίας του Τραμπ, έναντι 13% που είπε πως θα είναι ψήφος εμπιστοσύνης στην πολιτική του προέδρου. Το 33% δήλωσε ότι η ψήφος του δεν επηρεάζεται από τον παράγοντα Τραμπ.

Η δημοσκόπηση διενεργήθηκε σε δείγμα 1.765 ενηλίκων από όλη τη χώρα, ενώ το περιθώριο στατιστικού σφάλματος εκτιμάται στο ±2%.

Η τελευταία προεκλογική εμφάνιση Τραμπ και η μάχη για την οικονομία

Στην τελική ευθεία της προεκλογικής περιόδου, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να αναδείξει τα πεπραγμένα της κυβέρνησής του, παρουσιάζοντας την αμερικανική οικονομία ως ισχυρή και προειδοποιώντας για τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης επικράτησης των Δημοκρατικών.

Σύμφωνα με το Associated Press, στην τελευταία δημόσια προεκλογική τοποθέτησή του, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε εκτενώς στα έργα αναμόρφωσης της Ουάσινγκτον, με επίκεντρο τη Reflecting Pool, τη μεγάλη δεξαμενή μπροστά από το Μνημείο Λίνκολν.

Η επιλογή αυτή ανέδειξε τη διαφορά ανάμεσα στα μηνύματα των δύο κομμάτων. Ενώ ο Τραμπ επικεντρώθηκε στην εικόνα της πρωτεύουσας και στις κυβερνητικές του πρωτοβουλίες, οι Δημοκρατικοί έδωσαν έμφαση στις αυξήσεις των τιμών, στο κόστος διαβίωσης και στη δυσαρέσκεια για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης.

Η ακρίβεια στα τρόφιμα, το κόστος στέγασης και υγειονομικής περίθαλψης, αλλά και οι επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν στις τιμές της ενέργειας έχουν εξελιχθεί σε βασικά ζητήματα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν από την πλευρά τους να παρουσιάσουν τους Δημοκρατικούς ως μια υπερβολικά αριστερή πολιτική δύναμη, αμφισβητώντας την ικανότητά τους να διαχειριστούν την οικονομία και την ασφάλεια της χώρας.

Ο Τραμπ έχει αναγνωρίσει ότι οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν παραδοσιακά δύσκολη δοκιμασία για το κόμμα που βρίσκεται στον Λευκό Οίκο, επιδιώκοντας ωστόσο να μετατρέψει την αναμέτρηση σε συσπείρωση γύρω από την πολιτική του.

Οι αριθμοί που θα κρίνουν τον έλεγχο του Κογκρέσου

Οι Ρεπουμπλικανοί εισέρχονται στις εκλογές διατηρώντας οριακή πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Reuters, οι συσχετισμοί πριν από την ψηφοφορία είναι 218 προς 214 στη Βουλή των Αντιπροσώπων, με κενές έδρες, και 53 προς 47 στη Γερουσία, συνυπολογίζοντας τους ανεξάρτητους γερουσιαστές που συνεργάζονται με τους Δημοκρατικούς.

Για να αποκτήσουν την πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος τεσσάρων εδρών σε κάθε σώμα, με βάση τους υφιστάμενους συσχετισμούς.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις και αναλύσεις καταγράφουν ευνοϊκότερο περιβάλλον για τους Δημοκρατικούς στη Βουλή, όπου περίπου 40 περιφέρειες θεωρούνται ανταγωνιστικές.

Στη Γερουσία, ωστόσο, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη, καθώς οι Ρεπουμπλικανοί υπερασπίζονται έδρες σε πολιτείες όπου διατηρούν ισχυρή εκλογική παρουσία.

Παράλληλα με τις εκλογές για το Κογκρέσο, οι Αμερικανοί ψηφίζουν για κυβερνήτες σε 36 πολιτείες, καθώς και για χιλιάδες αξιώματα στα πολιτειακά νομοθετικά σώματα και στην τοπική αυτοδιοίκηση.

Η αναμέτρηση διεξάγεται έπειτα από μια ιδιαίτερα δαπανηρή προεκλογική εκστρατεία, με τις συνολικές δαπάνες να εκτιμάται ότι θα φτάσουν σε επίπεδα ρεκόρ.

Η στρατηγική των Δημοκρατικών και η μάχη στις ρεπουμπλικανικές πολιτείες

Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν να εκμεταλλευτούν τη δυσαρέσκεια για τον Τραμπ, επεκτείνοντας την εκλογική τους δραστηριότητα ακόμη και σε πολιτείες που παραδοσιακά ευνοούν τους Ρεπουμπλικανούς.

Το Associated Press καταγράφει αυξημένη δραστηριότητα του κόμματος στην Αϊόβα, στο Οχάιο, στο Κάνσας και στο Τέξας, όπου οι υποψήφιοί του επιχειρούν να προσελκύσουν ανεξάρτητους και μετριοπαθείς συντηρητικούς ψηφοφόρους.

Όπως επισημαίνει η Washington Post, ένα από τα κεντρικά ερωτήματα είναι η συμπεριφορά των ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Τραμπ, αλλά σήμερα δηλώνουν δυσαρεστημένοι.

Δεν είναι σαφές εάν θα απέχουν από τις κάλπες, θα ψηφίσουν ξανά Ρεπουμπλικανούς ή θα επιλέξουν υποψηφίους των Δημοκρατικών.

Η διαφορά αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική σε πολιτείες όπως το Τέξας και το Κάνσας, όπου η απλή μείωση της ρεπουμπλικανικής συμμετοχής ενδέχεται να μην αρκεί για να ανατρέψει τους εκλογικούς συσχετισμούς.

Στο Μέιν, η Ρεπουμπλικανή γερουσιαστής Σούζαν Κόλινς αντιμετωπίζει μια δύσκολη αναμέτρηση απέναντι στον Δημοκρατικό Τρόι Τζάκσον, σε μια πολιτεία που συνήθως ψηφίζει Δημοκρατικούς στις προεδρικές εκλογές.

Στο Τέξας, η εκλογική μάχη για τη Γερουσία έχει προσελκύσει και το ενδιαφέρον ισχυρών οικονομικών παραγόντων, με τον Ίλον Μασκ να στηρίζει τον Ρεπουμπλικανό Κεν Πάξτον.

Οι εσωκομματικές διαφωνίες που απειλούν τους Δημοκρατικούς

Παρά το ευνοϊκότερο πολιτικό περιβάλλον, οι Δημοκρατικοί αντιμετωπίζουν εσωτερικές αντιπαραθέσεις για την ιδεολογική κατεύθυνση του κόμματος.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μίσιγκαν, όπου η μάχη για τη Γερουσία έχει προκαλέσει έντονες διαφωνίες.

Η βουλευτής Χέιλι Στίβενς, η οποία ηττήθηκε στις εσωκομματικές προκριματικές εκλογές, ανακοίνωσε τη στήριξή της στον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς αντί του υποψηφίου των Δημοκρατικών, Αμπντούλ Ελ Σαγέντ.

Η κίνηση αυτή δημιούργησε νέα δεδομένα σε μια ήδη αμφίρροπη αναμέτρηση, αν και περισσότερα από 2,3 εκατομμύρια άτομα στο Μίσιγκαν είχαν ήδη ψηφίσει πριν από την εκλογική ημέρα.

Οι Ρεπουμπλικανοί επιχειρούν να αξιοποιήσουν τέτοιες αντιπαραθέσεις, προβάλλοντας την άποψη ότι η προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών έχει απομακρυνθεί από τις θέσεις του μέσου Αμερικανού ψηφοφόρου.

Τι σχεδιάζουν οι Δημοκρατικοί αν κερδίσουν τη Βουλή

Η σημαντικότερη πολιτική εξέλιξη της επόμενης ημέρας ενδέχεται να αφορά την ενεργοποίηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου σε βάρος της κυβέρνησης Τραμπ.

Σύμφωνα με νέο ρεπορτάζ της Washington Post, Δημοκρατικοί βουλευτές και στελέχη κοινοβουλευτικών επιτροπών έχουν ήδη αρχίσει να σχεδιάζουν εκτεταμένες έρευνες για τον Αμερικανό πρόεδρο, την οικογένειά του και τις δραστηριότητες της κυβέρνησής του.

Οι σχεδιασμοί περιλαμβάνουν ελέγχους για επιχειρηματικές συναλλαγές και οικονομικές σχέσεις προσώπων που συνδέονται με τον Λευκό Οίκο, καθώς και για αποφάσεις ομοσπονδιακών υπηρεσιών.

Εταιρείες και δικηγορικά γραφεία προετοιμάζονται ήδη για το ενδεχόμενο να κληθούν να παραδώσουν έγγραφα ή να καταθέσουν ενώπιον των κοινοβουλευτικών επιτροπών.

Μια Δημοκρατική πλειοψηφία στη Βουλή θα μπορούσε να εκδώσει κλητεύσεις, να ζητήσει στοιχεία και να οργανώσει ακροάσεις για τη δράση της κυβέρνησης.

Ωστόσο, οι έρευνες δεν θα είναι απαραίτητα εύκολες. Ο Λευκός Οίκος μπορεί να επικαλεστεί το προεδρικό απόρρητο, να αμφισβητήσει αιτήματα ενώπιον των δικαστηρίων ή να καθυστερήσει τη διαβίβαση εγγράφων.

Σύμφωνα με τη Washington Post, οι Δημοκρατικοί εξετάζουν τρόπους επιτάχυνσης των διαδικασιών, προκειμένου να μην εξαντληθεί ο διαθέσιμος χρόνος σε μακροχρόνιες δικαστικές αντιπαραθέσεις.

Το πρόγραμμα των πρώτων 100 ημερών

Πέρα από τις έρευνες, οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν και νομοθετική ατζέντα για τις πρώτες 100 ημέρες μιας ενδεχόμενης νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Ο επικεφαλής τους στη Βουλή των Αντιπροσώπων, Χακίμ Τζέφρις, έχει αναδείξει ως προτεραιότητες την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την προστασία των κοινωνικών παροχών.

Στους σχεδιασμούς περιλαμβάνονται η επαναφορά φορολογικών ενισχύσεων για την ασφάλιση υγείας μέσω του Affordable Care Act, η ανατροπή περικοπών στο Medicaid, καθώς και πρωτοβουλίες κατά της δασμολογικής πολιτικής του Τραμπ.

Οι Δημοκρατικοί επιδιώκουν επίσης κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες για τον πόλεμο με το Ιράν και τις εξουσίες της προεδρίας σε ζητήματα στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Η εφαρμογή αυτών των προτάσεων, ωστόσο, εξαρτάται από τους τελικούς συσχετισμούς, καθώς η πλειοψηφία στη Βουλή δεν αρκεί από μόνη της για την ψήφιση νόμων.

Τι θα συμβεί αν ο Τραμπ χάσει τη Βουλή ή και τη Γερουσία

Το Reuters εξετάζει διαφορετικά σενάρια για τη διαμόρφωση των ισορροπιών στην Ουάσινγκτον.

Εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν μόνο τη Βουλή των Αντιπροσώπων, θα μπορούν να ασκήσουν ισχυρότερο κοινοβουλευτικό έλεγχο και να δυσκολέψουν την ψήφιση κυβερνητικών νομοσχεδίων.

Ο Τραμπ, όμως, θα διατηρήσει σημαντικές εκτελεστικές εξουσίες, ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική, στη μετανάστευση και στους δασμούς, εντός των ορίων που θέτουν η νομοθεσία και τα δικαστήρια.

Αν οι Δημοκρατικοί εξασφαλίσουν και τη Γερουσία, οι συνέπειες θα είναι μεγαλύτερες, καθώς θα μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τις διαδικασίες έγκρισης υπουργών, πρεσβευτών και ομοσπονδιακών δικαστών.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η πλήρωση ενδεχόμενης κενής θέσης στο Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μείζον ζήτημα αντιπαράθεσης.

Ακόμη και τότε, όμως, ο Τραμπ θα εξακολουθήσει να διαθέτει το δικαίωμα προεδρικού βέτο, ενώ για την προώθηση των περισσότερων νομοθετημάτων στη Γερουσία απαιτούνται 60 ψήφοι.

Στο ενδεχόμενο ισοψηφίας 50-50 στη Γερουσία, τον καθοριστικό ρόλο θα έχει ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος μπορεί να δώσει την αποφασιστική ψήφο υπέρ των Ρεπουμπλικανών.

Οι αμφισβητήσεις για την εκλογική διαδικασία

Η τελευταία ημέρα πριν από την ψηφοφορία σημαδεύτηκε και από νέα δικαστική αντιπαράθεση σχετικά με την εγκυρότητα επιστολικών ψήφων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε μέσα σε λίγες ώρες αίτημα της κυβέρνησης Τραμπ να διαχωριστούν περίπου 20.000 επιστολικά ψηφοδέλτια στην Καλιφόρνια, με το επιχείρημα ότι ενδέχεται να σχετίζονται με άτομα χωρίς αμερικανική υπηκοότητα.

Οι Αρχές της πολιτείας αμφισβήτησαν την αξιοπιστία των στοιχείων που παρουσίασε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Η υπόθεση αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για την ασφάλεια των εκλογών και τις αρμοδιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έναντι των πολιτειών.

Οι εκλογικές Αρχές σε διάφορες περιοχές της χώρας έχουν ενισχύσει την προετοιμασία τους για πιθανές προσφυγές, παραπληροφόρηση και αμφισβητήσεις αποτελεσμάτων.

Η επόμενη ημέρα και η μάχη για το 2028

Οι ενδιάμεσες εκλογές δεν θα καθορίσουν μόνο τη δυνατότητα του Τραμπ να κυβερνήσει έως το τέλος της θητείας του, αλλά και την πολιτική κατεύθυνση των δύο μεγάλων κομμάτων ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028.

Για τους Ρεπουμπλικανούς, το αποτέλεσμα θα αποτελέσει δοκιμασία της αντοχής του εκλογικού συνασπισμού που δημιούργησε ο Τραμπ, ενώ ήδη συζητείται ο ρόλος προσώπων όπως ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς και ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην επόμενη ημέρα του κόμματος.

Στους Δημοκρατικούς, ενδεχόμενη εκλογική επιτυχία αναμένεται να ενισχύσει τη συζήτηση για τη σχέση της παραδοσιακής ηγεσίας με την προοδευτική πτέρυγα, η οποία διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής ατζέντας.

Το άμεσο διακύβευμα, πάντως, παραμένει ο έλεγχος του Κογκρέσου. Από το αποτέλεσμα της κάλπης θα εξαρτηθεί αν ο Τραμπ θα συνεχίσει να κυβερνά με τη στήριξη των Ρεπουμπλικανών και στα δύο σώματα ή αν θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια ενισχυμένη αντιπολίτευση, περισσότερους θεσμικούς ελέγχους και δυσκολότερες διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό και τις βασικές κυβερνητικές επιλογές.

protothema.gr