Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣχεδόν 40 χρόνια μετά την πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ, ορισμένα από τα πιο επικίνδυνα κατάλοιπα του ατυχήματος εξακολουθούν να διατηρούν σε μεγάλο βαθμό την αρχική τους δομή. Μικροσκοπικά σωματίδια πυρηνικού καυσίμου που εκτινάχθηκαν από τον αντιδραστήρα κατά την έκρηξη του 1986 παραμένουν στο περιβάλλον, προκαλώντας νέα ερωτήματα για το πόσο καιρό θα συνεχίσουν να αποτελούν πηγή ραδιενεργού μόλυνσης.
Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Leibniz του Ανόβερου και το Κέντρο Helmholtz-Zentrum Dresden-Rossendorf εξέτασαν έξι τέτοια σωματίδια, διαπιστώνοντας ότι ορισμένα έχουν υποστεί πολύ μικρότερες μεταβολές από όσες θα περίμεναν οι επιστήμονες έπειτα από δεκαετίες έκθεσης στις περιβαλλοντικές συνθήκες.
Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Hazardous Materials, υποδεικνύουν ότι τα σωματίδια αυτά μπορούν να λειτουργούν ως μακροχρόνιες αποθήκες ραδιενεργών ουσιών, διατηρώντας στο εσωτερικό τους προϊόντα πυρηνικής σχάσης και ακτινίδες.

Τα σωματίδια που παραμένουν στο περιβάλλον
Τα θραύσματα που μελετήθηκαν έχουν διάμετρο μόλις 8 έως 50 μικρόμετρα, δηλαδή είναι μικρότερα από έναν κόκκο άμμου. Παρά το μικροσκοπικό τους μέγεθος, εξακολουθούν να είναι ραδιενεργά και να συμβάλλουν στη μόλυνση του εδάφους εντός και γύρω από τη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ, στη βόρεια Ουκρανία.
Για να κατανοήσουν πώς έχουν μεταβληθεί από το 1986 μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν εξειδικευμένες τεχνικές περίθλασης ακτίνων Χ, οι οποίες επιτρέπουν την ανάλυση της εσωτερικής κρυσταλλικής δομής των υλικών.
Η εξέταση αποκάλυψε ότι τα σωματίδια δεν έχουν όλα την ίδια συμπεριφορά. Οι ερευνητές τα διαχώρισαν σε τρεις βασικές κατηγορίες, ανάλογα με τη σύσταση και τη δομή τους.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν θραύσματα που εξακολουθούν να μοιάζουν χημικά και φυσικά με το αρχικό πυρηνικό καύσιμο, το διοξείδιο του ουρανίου. Στη δεύτερη περιλαμβάνονται σωματίδια που έχουν ενσωματωθεί εν μέρει ή πλήρως σε ζιρκόνιο ή περιβάλλονται από ένα στρώμα του συγκεκριμένου υλικού.
Η τρίτη κατηγορία συνδέεται με την καταστροφική πυρκαγιά που ακολούθησε την έκρηξη. Ο γραφίτης, ο οποίος χρησιμοποιούνταν ως επιβραδυντής νετρονίων στον αντιδραστήρα, καιγόταν επί δέκα ημέρες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το πυρηνικό καύσιμο μετατράπηκε σε διαφορετικά οξείδια του ουρανίου, τα οποία μπορούν να διασπαστούν σε εξαιρετικά μικρά σωματίδια και να μεταφερθούν με τον άνεμο.
Η διασπορά τέτοιων σωματιδίων αποτελεί ιδιαίτερη ανησυχία, καθώς η εισπνοή ραδιενεργού σκόνης μπορεί να οδηγήσει στην είσοδο επικίνδυνων ουσιών στον οργανισμό.
Γιατί ανησυχούν οι επιστήμονες
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι ορισμένα σωματίδια πυρηνικού καυσίμου μπορούν να διατηρούν τη δομή τους για πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο θα μπορούσε να υποτεθεί με βάση τις περιβαλλοντικές μεταβολές που έχουν υποστεί.
Αυτό σημαίνει ότι τα συγκεκριμένα κατάλοιπα ενδέχεται να συνεχίσουν να συγκρατούν ραδιενεργές ουσίες για δεκαετίες, επηρεάζοντας τη συμπεριφορά τους στο περιβάλλον και τον τρόπο με τον οποίο απελευθερώνονται σταδιακά.
Η διαπίστωση αυτή έχει σημασία για την εκτίμηση της μακροπρόθεσμης ραδιενεργού μόλυνσης, καθώς η σταθερότητα ενός σωματιδίου επηρεάζει το πόσο γρήγορα μπορεί να διαλυθεί ή να αποδομηθεί και, κατά συνέπεια, το πώς μπορεί να μεταφέρει ραδιενεργά στοιχεία στο έδαφος και στο νερό.
Ωστόσο, η διατήρηση της αρχικής δομής δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε σωματίδιο αποτελεί τον ίδιο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία. Η επικινδυνότητα εξαρτάται από τη σύστασή του, τη ραδιενέργεια που περιέχει, τη δυνατότητα μεταφοράς του και το κατά πόσο μπορεί να εισέλθει στον ανθρώπινο οργανισμό.
Οι περιορισμοί της έρευνας
Παρά τη σημασία των ευρημάτων, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι δεν μπορούν ακόμη να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα για το σύνολο της ζώνης αποκλεισμού ή για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι της περιοχής.
Ο ερευνητής Τόμπιας Βάισενμπορν επισήμανε ότι η μελέτη βασίστηκε σε μόλις έξι σωματίδια, τα οποία συλλέχθηκαν από δύο διαφορετικές τοποθεσίες. Για να διαπιστωθεί εάν η ίδια συμπεριφορά χαρακτηρίζει ευρύτερα τα ραδιενεργά κατάλοιπα του Τσερνόμπιλ, θα χρειαστούν περισσότερα δείγματα από διαφορετικές περιοχές.
Επιπλέον, τα σωματίδια ενδέχεται να αποδομούνται με διαφορετικούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα ορισμένα να απελευθερώνουν ραδιενεργές ουσίες νωρίτερα και άλλα πολύ αργότερα.
Σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά το ατύχημα, η έρευνα δείχνει ότι η περιβαλλοντική κληρονομιά του Τσερνόμπιλ παραμένει ένα σύνθετο επιστημονικό ζήτημα. Και παρότι τα νέα ευρήματα δεν επιτρέπουν ασφαλείς προβλέψεις για το μέγεθος του κινδύνου για την υγεία, υπογραμμίζουν ότι η μελέτη των ραδιενεργών καταλοίπων θα παραμείνει αναγκαία για πολλά χρόνια ακόμη.