Σε κλειστό γήπεδο στα κατεχόμενα κατέληξαν, τελικά, οι 115 πρόσφυγες από τη Συρία -ανάμεσα τους και 69 ανήλικα παιδιά- οι οποίοι επιχείρησαν να εισέλθουν στη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου και εντοπίστηκαν από τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατόπιν ολονύχτιας επιχείρησης της Λιμενικής Αστυνομίας, η βάρκα στην οποία επέβαιναν οι 115 πρόσφυγες ανεφοδιάστηκε και απωθήθηκε στη συνέχεια προς την πλευρά της Συρίας. Σε μια προσπάθεια να αναστραφεί η πορεία της βάρκας προς τις κατεχόμενες περιοχές, αυτή ανατράπηκε με αποτέλεσμα να βρεθούν όλοι στη θάλασσα.
Μιλώντας στο philenews, η κ. Μαρία Κωνσταντίνου η οποία είχε συγγενικό πρόσωπο ανάμεσα στους επιβαίνοντες στη βάρκα των 115 προσφύγων, κατήγγειλε ότι οι Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας αρνήθηκαν να αποβιβάσουν τους πρόσφυγες, παραβιάζοντας το διεθνές δίκαιο με πρόσχημα το κλείσιμο των συνόρων ελέω κορωνοϊού.
Πρόσθεσε, ακόμη, πως σε επικοινωνία που είχε με το συγγενικό της πρόσωπο (γυναίκα από τη Συρία μαζί με το τρίχρονο παιδί της), κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τής ανέφερε ότι λίγο πριν τη θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, ο διακινητής παραλήφθηκε από σκάφος και τους εγκατέλειψε. Σύμφωνα με πληροφορίες που λήφθηκαν από τους ίδιους τους διασωθέντες, το πλοιάριο προσέγγισε το Κάβο Γκρέκο το μεσημέρι της Παρασκευής με στόχο τον ελλιμενισμό και ενώ αρχικά, τα Ηνωμένα Έθνη είχαν ενημερώσει τους ίδιους πως θα επέτρεπαν τον ελλιμενισμό, το απόγευμα η Λιμενική Αστυνομία της Κυπριακής Δημοκρατίας έδωσε εντολή απώθησής τους.
Στο μεταξύ, νωρίς το πρωί οι 115 εντοπίστηκαν από τις «αρχές» των κατεχομένων στο Τρίκωμο, παραλήφθηκαν και τοποθετήθηκαν προσωρινά σε κλειστό γήπεδο, ενώ τους έχουν γίνει ήδη οι απαραίτητες εξετάσεις για κορωνοϊό και είναι όλοι αρνητικοί.
Την ίδια ώρα, οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάνουν λόγο για κατάφορη παραβίαση του διεθνούς δικαίου προστασίας των προσφύγων και διάσωσης μεταναστών. Σημειώνεται ότι είναι η πρώτη φορά που εφαρμόζεται δεδηλωμένα πολιτική απώθησης.
Σε δήλωση του στις 19 Μαρτίου 2020, ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για Πρόσφυγες, Filippo Grandi, κάλεσε τα κράτη να αναλάβουν τις ευθύνες τους για μη θυματοποιηθούν ξανά οι πρόσφυγες όταν κινητοποιούνται στην καταπολέμηση της εξάπλωσης του COVID-19, όταν υιοθετούν εξαιρετικά μέτρα, περιορίζοντας τα αεροπορικά ταξίδια και τις διασυνοριακές μετακινήσεις. Χαρακτηριστικά δήλωσε ότι «οι πόλεμοι και οι διωγμοί δεν έχουν σταματήσει - και σήμερα, σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι συνεχίζουν να φεύγουν από τα σπίτια τους για να αναζητήσουν ασφάλεια».
Εξέφρασε ιδιαίτερη ανησυχία για «τα μέτρα που υιοθετήθηκαν από ορισμένες χώρες που θα μπορούσαν να εμποδίσουν εντελώς το δικαίωμα να ζητήσουν άσυλο», καθώς δεν πρέπει να οδηγήσουν στο κλείσιμο των διευκολύνσεων για το άσυλο ή στον εξαναγκασμό των ανθρώπων να επιστρέψουν σε καταστάσεις κινδύνου. Υπάρχουν λύσεις είπε: «Εάν εντοπιστούν κίνδυνοι για την υγεία, μπορούν να εφαρμοστούν ρυθμίσεις ελέγχου, μαζί με δοκιμές, απομόνωση και άλλα μέτρα». Αυτά θα επιτρέψουν στις αρχές να διαχειρίζονται με ασφαλή τρόπο την άφιξη των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων, τηρώντας παράλληλα τα διεθνή πρότυπα προστασίας των προσφύγων που αποσκοπούν στη διάσωση ζωών.
Και κατέληξε ως εξής: «Σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς, ας μην ξεχνάμε εκείνους που ξεφεύγουν από τον πόλεμο και τις διώξεις. Χρειάζονται - όλοι χρειαζόμαστε - αλληλεγγύη και συμπόνια τώρα περισσότερο από ποτέ».