Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΈνας γάμος που κρατήθηκε κρυφός από την οικογένεια της νύφης, λόγω της νιγηριανής καταγωγής του γαμπρού, βρέθηκε στο επίκεντρο δικαστικής διαμάχης, με τις μεταναστευτικές αρχές να τον χαρακτηρίζουν εικονικό και το Διοικητικό Δικαστήριο να ανατρέπει τελικά την απόφαση, κρίνοντας ότι σημαντικά στοιχεία για τη σχέση του ζευγαριού είχαν μείνει ανεξερεύνητα. Μεταξύ άλλων, το Διοικητικό Δικαστήριο που ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ότι δεν αξιολογήθηκαν δεόντως η ύπαρξη κοινού τραπεζικού λογαριασμού, οι λόγοι για τους οποίους οι σύζυγοι δεν συγκατοικούσαν, καθώς και νεότερα στοιχεία για τη διεύθυνση διαμονής τους.
Η υπόθεση αφορά γάμο που τελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 2019 μεταξύ του εφεσείοντος και Κύπριας υπηκόου. Τον Νοέμβριο του 2022, η Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης ενημέρωσε τον Νιγηριανό, μέσω επιστολής, ότι ο γάμος του είχε κριθεί εικονικός.
Στην απόφαση αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, η μη συγκατοίκηση του ζευγαριού, η έλλειψη κοινών υποχρεώσεων που απορρέουν από τον γάμο, αντιφάσεις στις δηλώσεις των δύο συζύγων, προβλήματα που φέρεται να υπήρχαν σε σχέση με την άδεια διαμονής του αλλοδαπού, καθώς και άλλες πληροφορίες που, κατά τη διοίκηση, δημιουργούσαν υποψίες για εικονικότητα του γάμου.
Τον Απρίλιο του 2023, η διοίκηση προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, χαρακτηρίζοντας τον άνδρα απαγορευμένο μετανάστη και εκδίδοντας εναντίον του διατάγματα απέλασης και κράτησης. Ο ίδιος προσέφυγε στη δικαιοσύνη τόσο κατά της απόφασης χαρακτηρισμού του γάμου ως εικονικού όσο και κατά των μεταγενέστερων μέτρων απέλασης και κράτησης.
Οι δύο προσφυγές συνεκδικάστηκαν από το Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο στις 11 Οκτωβρίου 2023 τις απέρριψε. Ο αλλοδαπός άσκησε έφεση, αμφισβητώντας την κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς την εικονικότητα του γάμου και υποστηρίζοντας ότι η διοίκηση δεν είχε προβεί στην απαιτούμενη έρευνα.
Το Διοικητικό Εφετείο διευκρίνισε εξαρχής ότι η έφεση αφορούσε αποκλειστικά την απόφαση χαρακτηρισμού του γάμου ως εικονικού. Η πρωτόδικη κρίση για τον χαρακτηρισμό του ως απαγορευμένου μετανάστη και τα διατάγματα απέλασης και κράτησης δεν προσβλήθηκαν με συγκεκριμένο λόγο έφεσης και, ως εκ τούτου, παραμένουν δεδικασμένα.
Εξετάζοντας τα στοιχεία της υπόθεσης, το Εφετείο διαπίστωσε ότι οι αρχές είχαν πραγματοποιήσει ελέγχους και προσωπικές συνεντεύξεις με τους δύο συζύγους, χωρίς όμως να αξιολογήσουν επαρκώς όλα τα δεδομένα που είχαν ενώπιόν τους.
Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε στο γεγονός ότι, κατά τις χωριστές συνεντεύξεις του ζευγαριού στις 20 Φεβρουαρίου 2021, δεν διαπιστώθηκε καμία αντίφαση στις απαντήσεις τους. Τότε, η Κύπρια είχε εξηγήσει ότι η οικογένειά της δεν γνώριζε για τον γάμο, επειδή δεν ενέκρινε τη σχέση λόγω της υπηκοότητας του συζύγου της και επιθυμούσε να παραμείνει μυστική.
Μάλιστα, κατά τον έλεγχο που ακολούθησε, η ιδιοκτήτρια της κατοικίας στην οποία δήλωναν ότι διέμεναν επιβεβαίωσε ότι η Κύπρια είχε αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού, ενώ άλλη ένοικος επιβεβαίωσε τηλεφωνικά τη συμβίωση του ζευγαριού. Στα πρακτικά της αρμόδιας επιτροπής καταγραφόταν τότε ότι η αρμονική συμβίωση των δύο δεν αμφισβητούνταν.
Ωστόσο, σε νέο έλεγχο τον Μάρτιο του 2022, το ζευγάρι δεν εντοπίστηκε στην προηγούμενη δηλωθείσα διεύθυνση. Κατά τη συνέντευξη, ο αλλοδαπός ανέφερε ότι εξακολουθούσε να διαμένει εκεί, ενώ η σύζυγός του δήλωσε ότι δεν συγκατοικούσαν, καθώς εκείνη ζούσε με τους γονείς της στην Έγκωμη, επειδή δεν ήθελε να αποκαλύψει τον γάμο της στην οικογένειά της. Ανέφερε, ωστόσο, ότι επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά τον σύζυγό της.
Οι αρχές διαπίστωσαν επίσης ότι ο άνδρας διέμενε με ομοεθνείς του στον Στρόβολο και ότι το ζευγάρι δεν είχε κοινές κοινωνικές ή οικονομικές υποχρεώσεις.
Σημαντικό μέρος της υπόθεσης αποτέλεσε και επιστολή των γονέων της Κύπριας προς τον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 1ης Αυγούστου 2022. Σε αυτήν υποστήριζαν ότι η κόρη τους είχε συνάψει μυστικά τον γάμο με τον Νιγηριανό, λίγες ημέρες πριν αναχωρήσει για το Ηνωμένο Βασίλειο και ότι η οικογένεια δεν γνώριζε τίποτα για τη σχέση τους. Εξέφραζαν την πεποίθηση ότι η κόρη τους είχε πέσει θύμα εκμετάλλευσης και ζητούσαν την ανάκληση της άδειας παραμονής του συζύγου της.
Το Εφετείο, ωστόσο, επισήμανε ότι η ίδια επιστολή περιείχε στοιχεία που έπρεπε να αξιολογηθούν και από διαφορετική οπτική. Συγκεκριμένα, οι γονείς επιβεβαίωναν τόσο την ύπαρξη του γάμου όσο και το γεγονός ότι η κόρη τους διατηρούσε συναισθηματικό δεσμό με τον σύζυγό της. Κατά το Δικαστήριο, η έντονη αντίδραση της οικογένειας και η προσπάθεια να ανακληθεί η άδεια παραμονής του αλλοδαπού ενδεχομένως να επιβεβαίωναν τους λόγους που είχε επικαλεστεί η Κύπρια για την απόφασή της να κρατήσει τον γάμο μυστικό.
Επιπλέον, το Δικαστήριο εντόπισε ότι οι αρχές δεν έλαβαν υπόψη νεότερη διεύθυνση διαμονής που είχε δηλώσει ο αλλοδαπός σε αίτησή του τον Ιούνιο του 2022, παρότι το συγκεκριμένο στοιχείο βρισκόταν ενώπιον τους τόσο κατά τη συνεδρία της Συμβουλευτικής Επιτροπής στις 3 Νοεμβρίου 2022 όσο και κατά την έκδοση της απόφασης στις 8 Νοεμβρίου 2022.
Αμφισβητήθηκε, επίσης, η επίκληση από τη διοίκηση του γεγονότος ότι ο αλλοδαπός παρουσίαζε προβλήματα με την άδεια διαμονής του. Όπως σημείωσε το Εφετείο, από τον διοικητικό φάκελο προέκυπτε ότι είχε υποβάλει εγκαίρως και τυπικά τις αιτήσεις του για τη διευθέτηση της νόμιμης παραμονής του. Παράλληλα, η προηγούμενη υποβολή αίτησης διεθνούς προστασίας, η οποία απορρίφθηκε, δεν μπορούσε από μόνη της να αποτελέσει ένδειξη ότι ο γάμος που ακολούθησε ήταν εικονικός.
Καθοριστική ήταν και η διαπίστωση ότι στον διοικητικό φάκελο υπήρχε κατάσταση κοινού αποταμιευτικού λογαριασμού των δύο συζύγων, η οποία είχε υποβληθεί ως μέρος της αίτησης του Ιουνίου 2022. Το συγκεκριμένο στοιχείο, σύμφωνα με το Εφετείο, δεν φαίνεται να λήφθηκε υπόψη ή να διερευνήθηκε δεόντως από τις αρχές.
«Η κατάληξη της διοίκησης επί της εικονικότητας του γάμου του εφεσείοντα δεν λήφθηκε εύλογα», αναφέρει χαρακτηριστικά η απόφαση, επισημαίνοντας ότι αρκετά πραγματικά περιστατικά που περιέβαλλαν το ζευγάρι δεν είχαν ερευνηθεί επαρκώς.
Κατά συνέπεια, το Διοικητικό Εφετείο έκανε δεκτούς τους λόγους έφεσης, ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και ακύρωσε την απόφαση της διοίκησης με την οποία ο γάμος είχε χαρακτηριστεί εικονικός.
Στον εφεσείοντα επιδικάστηκαν δικαστικά έξοδα ύψους €3.000, πλέον ΦΠΑ, εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας.