Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση πατέρα και γιου για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari, με σκοπό την ακύρωση εντάλματος έρευνας που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και επέτρεψε στην Αστυνομία να ερευνήσει την οικία και τα υποστατικά τους και να κατασχέσει πέντε κυνηγετικά όπλα και ένα αεροβόλο, στο πλαίσιο διερεύνησης υπόθεσης απειλών κατά της ζωής προσώπου.

Στην απόφαση, ημερομηνίας 29 Οκτωβρίου 2026, ο δικαστής Αλέξανδρος Παναγιώτου έκρινε ότι η έκδοση του εντάλματος ήταν αναγκαία και αναλογική υπό τις περιστάσεις, καθώς από το μαρτυρικό υλικό που είχε ενώπιόν του το Επαρχιακό Δικαστήριο προέκυπτε σύνδεση των όπλων με τη διερευνώμενη υπόθεση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, ο παραπονούμενος κατήγγειλε στην Αστυνομία, την 1η Σεπτεμβρίου 2026, ότι οι δύο άνδρες τον απειλούσαν επανειλημμένα. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι στις 23 Αυγούστου 2025, έπειτα από διαπληκτισμό με τον δεύτερο ύποπτο, τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του άρχισαν να τον απειλούν ότι θα τον σκοτώσουν, ενώ ο γιος φέρεται να του είπε «θα βγάλω όπλο και θα σε παίξω».

Ο παραπονούμενος ανέφερε επίσης ότι οι διαπληκτισμοί συνεχίστηκαν και ότι στις 28 Αυγούστου 2026, γύρω στις 19:20, ενώ επέστρεφε πεζός στο σπίτι του μαζί με τη θυγατέρα του, οι δύο άνδρες άρχισαν και πάλι να τον απειλούν. Μάλιστα, σύμφωνα με την καταγγελία, ο δεύτερος ύποπτος φέρεται να του είπε ότι θα τον βάλει δύο μέτρα κάτω από το χώμα, δείχνοντάς του το κοιμητήριο που βρισκόταν περίπου 200 μέτρα από την οικία του.

Ως αιτία των απειλών, ο παραπονούμενος φέρεται να υπέδειξε το γεγονός ότι νωρίτερα την ίδια ημέρα είχε φωτογραφίσει παρακείμενο χωράφι, στο οποίο οι δύο ύποπτοι στάθμευαν οχήματα βαρέος τύπου ιδιοκτησίας τους.

Από έλεγχο στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας διαπιστώθηκε ότι ο πατέρας είχε άδεια ξένης κατοχής για δύο κυνηγετικά όπλα, ενώ ο γιος ήταν κάτοχος τεσσάρων κυνηγετικών όπλων και ενός αεροβόλου. Στη βάση των στοιχείων αυτών, η Αστυνομία ζήτησε την έκδοση εντάλματος έρευνας, το οποίο εκδόθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου 2026.

Κατά την εκτέλεσή του, οι δύο άνδρες παρέδωσαν πέντε κυνηγετικά όπλα και ένα αεροβόλο, τα οποία, σύμφωνα με τον γιο, κατείχαν νόμιμα. Επιπρόσθετα, παραδόθηκε στην Αστυνομία στρατιωτικό τυφέκιο τύπου G3A3, το οποίο του είχε χρεωθεί υπό την ιδιότητά του ως εφέδρου, καθώς και ο στρατιωτικός του σάκος με το περιεχόμενό του, μεταξύ άλλων φυσίγγια και γεμιστήρες.

Οι δύο αιτητές αμφισβήτησαν τη νομιμότητα του εντάλματος, υποστηρίζοντας ότι η έκδοσή του παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας και τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Μέσω του δικηγόρου τους, Βίκτωρα Ακάμα, υποστήριξαν ότι η πρώτη καταγγελλόμενη απειλή αφορούσε περιστατικό που είχε σημειωθεί περίπου 12,5 μήνες πριν από την έκδοση του εντάλματος, ενώ δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι κατά τη διάρκεια των επεισοδίων χρησιμοποιήθηκε ή επιδείχθηκε όπλο.

Υποστήριξαν ακόμη ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να ζητήσει την παράδοση των όπλων ή να προχωρήσει σε αναστολή ή ανάκληση των σχετικών αδειών, χωρίς να χρειαστεί να εισέλθει στην κατοικία τους. Παράλληλα, ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρχε επαρκής μαρτυρία που να συνέδεε τα όπλα με το υπό διερεύνηση αδίκημα και ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε αιτιολογήσει δεόντως την απόφασή του.

Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς, ο δικαστής Παναγιώτου έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι η πρώτη καταγγελλόμενη απειλή ανάγεται 12,5 μήνες πριν, η μαρτυρία της Αστυνομίας παρουσίαζε μια συνεχή και διαχρονική επανάληψη των απειλών, με αποκορύφωμα το περιστατικό της 28ης Αυγούστου 2026, το οποίο φέρεται να εκτυλίχθηκε ενώπιον της θυγατέρας του παραπονουμένου.

Όπως σημειώνει στην απόφασή του, το τελευταίο αυτό περιστατικό ήταν εκείνο που προφανώς προκάλεσε ανησυχία στον παραπονούμενο και τον οδήγησε να καταγγείλει την υπόθεση. Η Αστυνομία, αφού διαπίστωσε ότι οι δύο άνδρες κατείχαν όπλα, ενήργησε χωρίς καθυστέρηση, αποταθείσα στο Επαρχιακό Δικαστήριο για την έκδοση του εντάλματος.

Ο δικαστής απέρριψε επίσης το επιχείρημα ότι τα όπλα θα έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί ή επιδειχθεί κατά τα περιστατικά για να συνδέονται με την υπό διερεύνηση υπόθεση. Όπως εξήγησε, η καταγγελία περιλάμβανε ρητή αναφορά σε απειλή χρήσης όπλου, ενώ η κατοχή των συγκεκριμένων όπλων από τους δύο υπόπτους διαπιστώθηκε από τα στοιχεία της Αστυνομίας. Συνεπώς, υπήρχε η απαιτούμενη διασύνδεση για σκοπούς διερεύνησης του αδικήματος της απειλής.

Ο δικαστής χαρακτήρισε ατυχή την αναφορά της Αστυνομίας στον όρκο της ότι το ένταλμα ήταν αναγκαίο για «αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων», υπογράμμισε ωστόσο ότι η συγκεκριμένη διατύπωση δεν αναιρούσε την επάρκεια του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού.

Παράλληλα, δεν αποδέχθηκε ότι υπήρχαν λιγότερο επαχθή μέτρα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αντί της κατάσχεσης, κρίνοντας ότι, δεδομένης της σοβαρότητας των απειλών κατά της ζωής και της αναφοράς σε χρήση όπλων, η άμεση αντίδραση της Αστυνομίας ήταν η ενδεδειγμένη.

Καταλήγοντας, το Ανώτατο έκρινε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε επαρκή μαρτυρία ενώπιόν του, αξιολόγησε τα δεδομένα της υπόθεσης και αιτιολογημένα προχώρησε στην έκδοση του εντάλματος. Δεν διαπιστώθηκε ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ούτε υπέρβαση δικαιοδοσίας ή ανεπαρκής δικαστική αιτιολογία.

Ως εκ τούτου, η αίτηση των δύο ανδρών για εξασφάλιση άδειας καταχώρισης αίτησης με σκοπό την ακύρωση του εντάλματος έρευνας απορρίφθηκε.