Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Το Εφετείο με απόφασή του πριν από λίγο έστειλε κατευθείαν στη φυλακή άνδρα από τη Λευκωσία για θανάτωση γάτου με τρόπο που προκαλεί αποτροπιασμό.

Στον τελευταίο είχε επιβληθεί φυλάκιση δυο μηνών με αναστολή για τρία χρόνια, ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστικό σώμα έκρινε πως η ποινή δεν έπρεπε να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα, διατάζοντας την άμεση έκτισή της.

Έτσι, ο Γ.Ν. από τη Λευκωσία οδηγείται στις Κεντρικές Φυλακές όπου θα εκτίσει αμέσως ποινή φυλάκισης.

Αυτό που προκαλεί αίσθηση σε σχέση με την υπόθεση είναι οι λεπτομέρειες για τη διάπραξη του αδικήματος, ακόμη κι αν παρήλθαν πέραν των πέντε ετών.

Όπως αναφέρεται και στη σημερινή απόφαση του Εφετείου, ο καταδικασθείς στις 5/8/21 αφαίρεσε τη ζωή γάτου γείτονά του κτυπώντας τον επανειλημμένα στο κεφάλι με αμβλύ αντικείμενο και πετώντας τον σε κάλαθο απορριμμάτων όπου ξεψύχησε σπαρταρώντας.

Το δευτεροβάθμιο δικαστικό σώμα αποδέχθηκε το δεύτερο λόγο έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα, τον οποίο εκπροσώπησε η Έλενα Κωνσταντίνου. Με αυτόν προβαλλόταν η θέση πως ήταν «αδικαιολόγητη και λανθασμένη, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης».

Το Εφετείο (Μιχάλης Αμπίζας, Στέλλα Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ιφιγένεια Στυλιανίδου), εντόπισε σφάλμα στην πρωτόδικη απόφαση και δη στην κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την αναστολή της ποινής.

Σημειώνει μεταξύ άλλων στην ετυμηγορία του: «Το θέμα της αναστολής παραμένει πρωτίστως εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι μετριαστικοί όμως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης. Το σύνολο των περιστάσεων μαζί με τα προσωπικά περιστατικά του παραβάτη θα πρέπει να αναδύουν μία εικόνα που να δικαιολογεί την απόφαση για αναστολή (…)».

Προσθέτει σε άλλο σημείο: «Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, το μόνο που θα μπορούσε να διαπιστωθεί είναι ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο, χωρίς λεπτομέρεια στην ανάλυσή του για το πώς κατέληξε στην υπό κρίση απόφαση, κατ’ ουσίαν παρέπεμψε στα ίδια στοιχεία τα οποία έλαβε υπ’ όψιν για να καταλήξει στην αρμόζουσα ποινή. Αυτό καταδεικνύει το σφάλμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αφού, ως ανωτέρω αναλύεται, οι μετριαστικοί παράγοντες που λαμβάνονται υπ’ όψιν για τον καθορισμό της ποινής και του ύψους της δεν μπορούν να είναι ταυτόσημοι και να αποτελούν ταυτόχρονα και αιτιολογία για την αναστολή της ποινής φυλάκισης».

«Δεν υπήρχαν, στην προκειμένη περίπτωση, ιδιόμορφες προσωπικές περιστάσεις που να οδηγούσαν απαρέγκλιτα σε ανάδειξη μίας εικόνας που να δικαιολογούσε αναστολή της επιβληθείσας ποινής. Ούτε οι περιστάσεις της υπόθεσης συνηγορούσαν προς τέτοια θεώρηση. Αντιθέτως, οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν τέτοιες που περισσότερο αναδείκνυαν την εικόνα ότι αναστολή της ποινής δεν θα αντικατόπτριζε την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας».