Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤην άμεση αποφυλάκιση Ιρανού υπηκόου, ο οποίος κρατείτο στην Κύπρο για περίπου 12 μήνες με σκοπό την απέλασή του, διέταξε το Ανώτατο Δικαστήριο, κρίνοντας παράνομη την κράτησή του λόγω της αδυναμίας των αρμόδιων Αρχών να τεκμηριώσουν τις ενέργειές τους για την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του.
Με απόφασή του ο δικαστής Ε. Εφραίμ ενέκρινε την αίτηση του Ιρανού για έκδοση προνομιακού εντάλματος Habeas Corpus, επισημαίνοντας ότι οι αναφορές των Αρχών στις προσπάθειες έκδοσης ταξιδιωτικών εγγράφων και διευθέτησης της επιστροφής του ήταν γενικές και αόριστες, χωρίς να καταδεικνύουν ούτε τη φύση των ενεργειών που πραγματοποιούνταν ούτε τις πραγματικές προοπτικές απέλασής του.
Ο αιτητής, υπήκοος Ιράν, αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο το 2000 και κατά τα επόμενα χρόνια υπέβαλε διάφορα αιτήματα, ενώ του παραχωρήθηκε για κάποιο διάστημα άδεια παραμονής και εργασίας. Στη συνέχεια, οι αρμόδιες Αρχές εξέδωσαν απορριπτικές αποφάσεις και διατάγματα απέλασης και κράτησής του.
Στις 4 Σεπτεμβρίου 2025 εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασής του. Στις 18 Φεβρουαρίου 2026 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και την επόμενη ημέρα εκδόθηκε νέο διάταγμα κράτησης. Η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε στις 29 Μαΐου 2026, ενώ στις 14 Ιουνίου απορρίφθηκε και η έφεσή του κατά προηγούμενης δικαστικής απόφασης που αφορούσε τα διατάγματα κράτησης και απέλασης.
Το κράτος υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η αίτηση ήταν καταχρηστική και ότι η κράτηση παρέμενε νόμιμη, εύλογη και αναγκαία, καθώς επανεξεταζόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Οι Αρχές επικαλέστηκαν, μεταξύ άλλων, κίνδυνο διαφυγής, καθώς και λόγους που συνδέονταν με τη διαδικασία επιστροφής του.
Όπως αναφέρθηκε, ο αιτητής δεν διαθέτει έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, καθώς το διαβατήριό του έληξε στις 20 Ιουλίου 2025. Σύμφωνα με τις Αρχές, δεν συνεργαζόταν για τον επαναπατρισμό του και καταβάλλονταν προσπάθειες μέσω της πρεσβείας για την έκδοση νέου ταξιδιωτικού εγγράφου. Παράλληλα, οι προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες και η εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας είχαν ανασταλτικό αποτέλεσμα στην εκτέλεση της απέλασης.
Το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι διαδικασίες αυτές εμπόδιζαν την απέλαση μέχρι την ολοκλήρωσή τους και ότι διεκπεραιώθηκαν σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, σημείωσε ότι μετά τον Ιούνιο του 2026 οι αναφορές των Αρχών περιορίζονταν στην επανάληψη της θέσης ότι συνεχίζονταν οι προσπάθειες για την έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων και την επιστροφή του αιτητή, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία για την πρόοδο των ενεργειών ή την πιθανότητα ολοκλήρωσής τους.
Στην απόφασή του, ο δικαστής υπογράμμισε ότι η κράτηση αιτούντος διεθνή προστασία πρέπει να έχει τη μικρότερη δυνατή διάρκεια και να συνεχίζεται μόνο για όσο διάστημα εξακολουθούν να υφίστανται οι νόμιμοι λόγοι που την επιβάλλουν. Οι αρμόδιες Αρχές οφείλουν να ενεργούν με τη δέουσα επιμέλεια και χωρίς περιττές καθυστερήσεις, ενώ καθυστερήσεις που δεν αποδίδονται στον αιτητή δεν δικαιολογούν τη συνέχιση της κράτησης.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και με δεδομένη την απουσία επαρκούς μαρτυρίας για τις ενέργειες των Αρχών και τις προοπτικές απέλασης, η συνολική διάρκεια της κράτησης είχε καταστήσει αυτήν παράνομη.
Ως εκ τούτου, εξέδωσε το αιτούμενο ένταλμα Habeas Corpus και διέταξε τις αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας να αφήσουν τον αιτητή αμέσως ελεύθερο. Παράλληλα, επιδίκασε τα έξοδα της αίτησης υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση.