Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Σε αναστολή της ποινής φυλάκισης τριών ετών που επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο για υποθέσεις διαρρήξεων κατοικιών προχώρησε ομόφωνα το Εφετείο, κρίνοντας ότι, παρά την ορθότητα της πρωτόδικης απόφασης ως προς την επιμέτρηση της ποινής, υπήρξε σφάλμα στην αξιολόγηση του ζητήματος της αναστολής της.

Το Εφετείο, υπό τη σύνθεση των δικαστών Μ. Αμπίζα, Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου και Ι. Στυλιανίδου, έκρινε ότι η επιτυχής ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος απεξάρτησης από τον καταδικασθέντα, καθώς και η σχετική έκθεση της αρμόδιας Συμβουλευτικής Επιτροπής, αποτελούσαν ουσιώδη στοιχεία που έπρεπε να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα του σκοπού της αναμόρφωσής του. Με την απόφασή του, το Εφετείο ανέστειλε το υπόλοιπο των ποινών φυλάκισης για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.

Ο εφεσείων είχε καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, αφού παραδέχθηκε έξι από τις δέκα κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Οι κατηγορίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, διάρρηξη κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας, κατοχή διαρρηκτικών οργάνων και άλλα συναφή αδικήματα.

Εναντίον της καταδικαστικής απόφασης και της ποινής που του επιβλήθηκε καταχωρίστηκε έφεση, με τον δικηγόρο του εφεσείοντα, Μαρίνο Αρμεύτη να υποστηρίζει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα αρχής κατά την επιμέτρηση της ποινής και δεν αξιολόγησε ορθά τις προσπάθειές του για απεξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες.

Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου Λεμεσού είχαν τεθεί, πέραν της έκθεσης γεγονότων, επιστολή της Συμβουλευτικής Επιτροπής που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία για τη θεραπεία εξαρτημένων προσώπων, καθώς και επιστολή της θεραπευτικής κοινότητας της Αγίας Σκέπης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, ο εφεσείοντας ολοκλήρωσε με επιτυχία το θεραπευτικό πρόγραμμα, τηρώντας τις υποχρεώσεις του και ολοκληρώνοντας όλες τις φάσεις του. Η θεραπευτική κοινότητα ανέφερε ότι επέδειξε συνέπεια και ότι, μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, παρουσίαζε υγιή και λειτουργική συμπεριφορά, καταβάλλοντας προσπάθειες για τη φροντίδα του εαυτού του και των υπόλοιπων μελών της κοινότητας.

Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, η υπεράσπιση είχε αποδώσει την παραβατική συμπεριφορά του πελάτη της στον εθισμό του σε σκληρά ναρκωτικά και στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει τα μέσα για την ικανοποίηση του εθισμού του. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ένταξή του στην κλειστή θεραπευτική κοινότητα και στην επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος, το οποίο απαιτούσε πειθαρχία και σημαντική προσπάθεια.

Η υπεράσπιση υποστήριξε, επίσης, ότι ο καταδικασθείς είχε απεξαρτηθεί και ότι, σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης, η υπόθεση ήταν κατάλληλη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς αναστολή της ποινής.

Το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου

Το πρωτόδικο Δικαστήριο Λεμεσού έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση των διαρρήξεων και την ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Συνυπολόγισε, παράλληλα, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, τις προσωπικές του περιστάσεις και την ολοκλήρωση του προγράμματος απεξάρτησης. Το δικαστήριο έλαβε, επίσης, υπόψη το ποινικό μητρώο του καταδικασθέντος, ο οποίος είχε δύο προηγούμενες καταδίκες. Παρά τους μετριαστικούς παράγοντες, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογούνταν η αναστολή της ποινής φυλάκισης και αποφάσισε ότι οι ποινές έπρεπε να είναι άμεσα εκτελεστές.

Με την έφεσή του, ο καταδικασθείς υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παραγνώρισε τις νομολογιακές αρχές που αφορούν την απεξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες και το πνεύμα της σχετικής νομοθεσίας. Ειδικότερα, παραπονέθηκε ότι δεν έγινε ουσιαστική αναφορά στο διάταγμα θεραπείας που είχε εκδοθεί, στην εκπλήρωση των όρων του θεραπευτικού προγράμματος και στην έκθεση προόδου της Συμβουλευτικής Επιτροπής.

Υποστήριξε, ακόμη, ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθά οι συνέπειες που θα είχε ο εκ νέου εγκλεισμός του στις Κεντρικές Φυλακές για την πορεία της απεξάρτησής του. Παράλληλα, ισχυρίστηκε ότι δεν συνυπολογίστηκε επαρκώς ο χρόνος που είχε παραμείνει στην κλειστή θεραπευτική κοινότητα, για σκοπούς θεραπείας, σε αντίθεση με τον χρόνο που βρισκόταν υπόδικος.

Από την πλευρά της, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα αναγνώρισε ότι ο εφεσείων είχε αποδείξει έμπρακτα την πρόθεσή του να αλλάξει τρόπο ζωής, συναινώντας στη θεραπεία και ολοκληρώνοντας με επιτυχία το σχετικό πρόγραμμα, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε. Υποστήριξε ότι η προσπάθεια αυτή και η αλλαγή στη ζωή του δεν αποτυπώθηκαν επαρκώς στην επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνοντας υπόψη και τον θεραπευτικό σκοπό της σχετικής νομοθεσίας.

Πού εντόπισε το Εφετείο το σφάλμα

Στην απόφασή του, το Εφετείο σημειώνει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε ορθά υπόψη τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τους περιστατικούς παράγοντες της υπόθεσης, καθώς και τα ελαφρυντικά στοιχεία υπέρ του καταδικασθέντος, μεταξύ των οποίων η άμεση παραδοχή και η συνεργασία του με την Αστυνομία.

Ωστόσο, το Εφετείο εντόπισε σφάλμα στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίστηκε το ζήτημα της εξάρτησης του εφεσείοντος από σκληρά ναρκωτικά και, κυρίως, οι προσπάθειές του για απεξάρτηση. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, η αναφορά του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην επιτυχή ολοκλήρωση του προγράμματος της Αγίας Σκέπης ήταν περιορισμένη και δεν αποτύπωνε τη βαρύτητα των στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιόν του. Το γεγονός ότι ο καταδικασθείς είχε ολοκληρώσει ένα απαιτητικό θεραπευτικό πρόγραμμα, σε συνδυασμό με την έκθεση της αρμόδιας Συμβουλευτικής Επιτροπής, έπρεπε να αξιολογηθεί ουσιαστικότερα κατά την εξέταση του ενδεχομένου αναστολής της ποινής.

Το Εφετείο διευκρίνισε, παράλληλα, ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων, το ποινικό μητρώο του εφεσείοντος και το ύψος της ποινής που του επιβλήθηκε δεν δικαιολογούσαν παρέμβαση ως προς την επιλογή και την επιμέτρηση της ποινής φυλάκισης. Η παρέμβασή του αφορούσε ειδικά την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην αναστείλει την εκτέλεσή της.

«Δεύτερη ευκαιρία» για τον καταδικασθέντα

Καταλήγοντας, το Εφετείο έκρινε ότι η αναστολή της ποινής θα μπορούσε να συμβάλει αποτελεσματικότερα στην αναμόρφωση του καταδικασθέντος και με αποτέλεσμα να κρίνεται ως επωφελέστερη λύση τόσο για το κοινωνικό σύνολο όσο και για τον ίδιο τον εφεσείοντα, στον οποίο θα δινόταν μια δεύτερη ευκαιρία

Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της νομοθεσίας, την επιτυχή ολοκλήρωση του θεραπευτικού προγράμματος και την έκθεση της αρμόδιας Συμβουλευτικής Επιτροπής, το Εφετείο έκρινε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση δικαιολογούσε την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας στον εφεσείοντα. Ως εκ τούτου, η έφεση έγινε δεκτή ως προς το ζήτημα αυτό και το υπόλοιπο των ποινών φυλάκισης αναστάλθηκε για περίοδο τριών ετών από την ημερομηνία έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης.