Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΟι στρεβλώσεις, τα περιθώρια κερδοφορίας, οι συνθήκες ανταγωνισμού και οι οικονομικές ισορροπίες που διέπουν τον τομέα παραγωγής και εμπορίας αιγινού, πρόβειου και αγελαδινού γάλακτος στην Κύπρο παρουσιάζονται μέσα από την Κλαδική Έρευνα της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (ΕΠΑ).
Η έρευνα, η οποία κάλυψε την περίοδο από την εφαρμογή του Πλαισίου Συμφωνίας μεταξύ Αιγοπροβατοτρόφων, Αγελαδοτρόφων και Τυροκόμων στην παραγωγή χαλλουμιού προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης (ΠΟΠ) ημερομηνίας 22/7/2022 έως τις 25/7/2023, αποτυπώνει το χάσμα κερδοφορίας μεταξύ των παραγωγών και των μεγάλων βιομηχανιών, την εξάρτηση από τις εισαγόμενες ζωοτροφές, αλλά και τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει το χαλλούμι ΠΟΠ στη διαμόρφωση των τιμών.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της ΕΠΑ, στην αιγοπροβατοτροφία δραστηριοποιούνται περίπου 2.066 κτηνοτροφικές μονάδες με συνολική παραγωγή που αγγίζει τα 84,3 εκατομμύρια λίτρα (2023). Ωστόσο, μόλις το 20% του αιγοπρόβειου γάλακτος διατίθεται μέσω οργανωμένων Ομάδων Παραγωγών. Το υπόλοιπο 80% πωλείται απευθείας από μεμονωμένους παραγωγούς στα τυροκομεία, γεγονός που περιορίζει δραστικά τη διαπραγματευτική τους ισχύ.
Αντίθετα, στην αγελαδοτροφία 275 γαλακτοπαραγωγικές μονάδες παράγουν περίπου 300 εκατομμύρια λίτρα γάλακτος. Εδώ η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς ο Παγκύπριος Οργανισμός Αγελαδοτρόφων (Π.Ο.Α.) ελέγχει περίπου το 70% της εμπορίας, λειτουργώντας ως ηγέτης καθορισμού τιμών.
Παρόλα αυτά η μεταποίηση είναι καθαρά ολιγοπωλιακή. Από τα 108 εγγεγραμμένα τυροκομεία, 7 μεγάλες βιομηχανίες ελέγχουν πέραν του 80% των εξαγωγών χαλλουμιού (Charalambides Christis, Petrou Bros, Papouis Dairies, Dodoni, A/foi Pantziarou, Lefkonitziatis, Achnagal).
Ένα από τα πιο καίρια συμπεράσματα της έρευνας αφορά τις πιέσεις που ασκούνται στις τιμές. Όπως επισημάνθηκε από το αρμόδιο Υπουργείο Γεωργίας (ΥΠΑΑΠ), οι τυροκόμοι πιέζουν σταθερά για χαμηλές τιμές πρώτης ύλης προκειμένου να διατηρούνται ανταγωνιστικοί στις διεθνείς αγορές.
Ωστόσο, λόγω της ισχυρής διαπραγματευτικής θέσης του Π.Ο.Α. στο αγελαδινό γάλα, οι πιέσεις των τυροκόμων μετακυλίονται στους αδύναμους και κατακερματισμένους σε πολλές ομάδες παραγωγών αιγοπροβατοτρόφους. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, «υπάρχει η εντύπωση ότι η χαμηλή τιμή του αιγοπρόβειου γάλακτος επιδοτεί την υψηλή τιμή του αγελαδινού».
Την ίδια στιγμή, η Κύπρος καταγράφει σταθερά τις υψηλότερες τιμές νωπού αγελαδινού γάλακτος στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά μέσο όρο €0,1358/κιλό υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εξαιτίας του νησιωτικού χαρακτήρα, των υψηλών ναύλων και της τεράστιας εξάρτησης έως 90% από εισαγόμενες ζωοτροφές.
Τα οικονομικά στοιχεία που ανέλυσε η ΕΠΑ αποτυπώνουν μια ανησυχητική εικόνα για τη βιωσιμότητα των κτηνοτροφικών μονάδων.
Αιγοπροβατοτρόφοι: Σύμφωνα με την κοστολογική ανάλυση πρότυπων μονάδων (500 ζώων), η παραγωγή αιγινού και πρόβειου γάλακτος καθίσταται ζημιογόνα. Το μέσο κόστος παραγωγής υπολογίζεται σε €1,18/λίτρο για το αιγινό (ζημία €0,33/λίτρο) και €1,78/λίτρο για το πρόβειο (ζημία €0,38/λίτρο). Ο κλάδος επιβιώνει κυρίως χάρη στις κρατικές και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.
Τυροκομεία: Στον αντίποδα, οι μεγάλοι βιομήχανοι καταγράφουν ικανοποιητικές αποδόσεις. Το 2021-2023, τα καθαρά περιθώρια κέρδους των μεγάλων τυροκομείων κυμάνθηκαν από 4% έως και 14%, αν και ορισμένες μονάδες επηρεάστηκαν πρόσκαιρα από την ενεργειακή κρίση το 2022.
Η ΕΠΑ εξέτασε κατά πόσον τηρήθηκαν οι πρόνοιες του Πλαισίου Συμφωνίας της 22ας Ιουλίου 2022.
α) Οι ελάχιστες τιμές ασφαλείας που καθορίστηκαν (€0,80 – €0,90 για το αιγινό, €1,35 – €1,45 για το πρόβειο και αύξηση τουλάχιστον €0,05 στο αγελαδινό) τηρήθηκαν και σε αρκετές περιπτώσεις ξεπεράστηκαν προς όφελος των παραγωγών.
β) Ο όρος 9, που υποχρέωνε τα τυροκομεία να απορροφούν το σύνολο της παραγωγής γάλακτος, εφαρμόστηκε πλήρως, αποτρέποντας φαινόμενα καταστροφής πλεονασμάτων.
Αν και τέτοιου τύπου συλλογικές συμφωνίες εγείρουν θεωρητικά ζητήματα ανταγωνισμού, η ΕΠΑ σημειώνει ότι καλύπτονται από το ευρωπαϊκό πλαίσιο της Κοινής Οργάνωσης Αγοράς (ΚΟΑ – Κανονισμός 1308/2013), καθώς στόχευαν στη σταθεροποίηση της αγοράς και στη στήριξη των παραγωγών σε μια περίοδο οξείας κρίσης.
Για την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών στρεβλώσεων, η Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού εισηγείται σειρά δραστικών μέτρων.
• Ενθάρρυνση της μεγέθυνσης των μικρών κτηνοτροφικών μονάδων και πιθανές συγχωνεύσεις, ώστε να μειωθεί το σταθερό κόστος ανά λίτρο και να επιτευχθούν εκπτώσεις όγκου στις ζωοτροφές.
• Ανάπτυξη εγχώριας παραγωγής γάλακτος μακράς διάρκειας (UHT), το οποίο σήμερα είναι 100% εισαγόμενο, ώστε να απορροφώνται τα εποχιακά πλεονάσματα νωπού γάλακτος.
• Στοχευμένη κρατική στήριξη για την τοπική παραγωγή ζωοτροφών, προκειμένου να απεξαρτηθεί ο κλάδος από τις διεθνείς διακυμάνσεις.
• Η ΕΠΑ προειδοποιεί ότι οι διαρκείς κρατικές ενισχύσεις προσφέρουν μόνο πρόσκαιρη ανακούφιση. Μακροπρόθεσμα, απαιτείται εκσυγχρονισμός, διαφάνεια και επιχειρηματική αυτονομία, ώστε ο κλάδος να καταστεί πραγματικά βιώσιμος και ανταγωνιστικός.
15 κρίσιμα συμπεράσματα – Ζημιές στη φάρμα, κέρδη στο εργοστάσιο
Τα αποτελέσματα της Κλαδικής Έρευνας της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (ΕΠΑ) για τον τομέα του αιγινού, πρόβειου και αγελαδινού γάλακτος αποτυπώνουν τις ανισορροπίες της κυπριακής αγοράς.
1. Στο πρωτογενές στάδιο, καμία μεμονωμένη κτηνοτροφική μονάδα (αιγοπρόβειου ή αγελαδινού) δεν διαθέτει δεσπόζουσα ή πλεονεκτική θέση και η αγορά χαρακτηρίζεται ως ανταγωνιστική.
2. Μόλις το 20% του αιγοπρόβειου γάλακτος διατίθεται μέσω Ομάδων με τις Μ-Π.Ο.ΑΙ και Ο.Π.Α. να ελέγχουν το 50-60% αυτού. Στον αντίποδα, ο Π.Ο.Α. κατέχει δεσπόζουσα παρουσία 30-40% στο αγελαδινό και ακολουθεί η ΕΝ.Α.Κ. με 10-20%.
3. Οι πιέσεις των τυροκόμων για φθηνή πρώτη ύλη μετακυλίονται στους κατακερματισμένους αιγοπροβατοτρόφους. Αντίθετα, ο ισχυρός Π.Ο.Α. διαπραγματεύεται αποτελεσματικά εξασφαλίζοντας τις υψηλότερες τιμές για το αγελαδινό. Υπάρχει η εντύπωση ότι η χαμηλή τιμή του αιγοπρόβειου γάλακτος επιδοτεί τη ψηλή τιμή του αγελαδινού γάλακτος.
4. Η μεταποίηση ελέγχεται από πέντε μεγάλες βιομηχανίες που κατέχουν το 74,6% της αγοράς και επομένως σημειώνεται ότι εξ’ όσων διαφάνηκε, η αγορά είναι ολιγοπωλιακή σε επίπεδο τυροκομείων.
5. Παρά τις καταγγελίες κτηνοτρόφων ότι τυροκόμοι αποφεύγουν να παραλαμβάνουν γάλα από παραγωγούς που έφυγαν από άλλον τυροκόμο για αποφυγή προστριβών, τα τυροκομεία δηλώνουν πως δεν θέτουν εμπόδια συνεργασίας.
6. Η παραγωγή αιγινού και πρόβειου γάλακτος επιφέρει οριακά κέρδη έως και ζημίες στους κτηνοτρόφους.
7. Συγκεκριμένα μεγάλα τυροκομεία σημειώνουν καθαρό περιθώριο κέρδους 4% έως 14%, την ώρα που μικρότερες μονάδες καταγράφουν αποδόσεις από 1% έως ζημίες -8%.
8. Οι πρόνοιες του Πλαισίου Συμφωνίας του 2022 για αυξήσεις στις τιμές του νωπού γάλακτος τηρήθηκαν πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, ενισχύοντας τη βιωσιμότητα των παραγωγών το 2023.
9. Η σύναψη συμφωνιών μεταξύ Ομάδων Παραγωγών και τυροκομείων, με αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον καθορισμό της τιμής του νωπού γάλακτος, ενδέχεται να συνιστά περιορισμό του ανταγωνισμού.
10. Ευρωπαϊκός Κανονισμός επιτρέπει σε αναγνωρισμένες Ομάδες Παραγωγών να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις με αγοραστές, συμπεριλαμβανομένων των τυροκομείων, για τη σταθεροποίηση της αγοράς και της παραγωγής σε μικρές οικονομίες.
11. Οι συμφωνίες του Πλαισίου έγιναν κατόπιν ανεξάρτητων διαπραγματεύσεων όπως δείχνει το εύρος τιμών, ενώ συγκεκριμένοι όροι είχαν μονοετή, μεταβατικό χαρακτήρα, που σκοπό είχαν να βοηθηθούν οι παραγωγοί και να μην παραμείνουν αδιάθετες ποσότητες γάλακτος.
12. Τα διαθέσιμα δεδομένα της έρευνας δεν έδειξαν στρέβλωση του ανταγωνισμού από την εφαρμογή του Πλαισίου Συμφωνίας.
13. Υπογραμμίζεται η υποχρέωση πλήρους διαφάνειας και ανεξαρτησίας στις επιχειρηματικές αποφάσεις όλων των εμπλεκόμενων.
14. Όλες οι επιχειρήσεις του κλάδου οφείλουν να αποφεύγουν αντι-ανταγωνιστικές συμπράξεις, καθορισμό τιμών ή κατανομή πελατών.
15. Κάθε Ομάδα Παραγωγών και τυροκομείο επιβάλλεται να καθορίζει αυτόνομα τις τιμές και τους όρους συναλλαγής, διασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.