Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜια δικαστική διαμάχη για ένα γάμο που είχε ήδη κλονιστεί έληξε με έναν απρόβλεπτο τρόπο. Ο θάνατος του συζύγου, πριν ακόμη εκπνεύσει η προθεσμία για την άσκηση έφεσης, κατέστησε αυτοδικαίως λυμένο τον γάμο και άφησε χωρίς αντικείμενο την προσφυγή της γυναίκας στο Εφετείο. Το Δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως «προδήλως αβάσιμη», βάζοντας τέλος στην πολυετή δικαστική διαμάχη και επιδικάζοντας €2.400 σε έξοδα υπέρ του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος.
Η υπόθεση αφορούσε ζευγάρι που είχε τελέσει θρησκευτικό γάμο στις 14 Απριλίου 2007. Και οι δύο είχαν προηγούμενους γάμους και από τέσσερα παιδιά ο καθένας, ενώ από τον μεταξύ τους γάμο δεν απέκτησαν παιδιά. Η διάσταση επήλθε στις 19 Μαΐου 2022, όταν η γυναίκα αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία.
Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με απόφασή του στις 31 Ιανουαρίου 2024, είχε λύσει τον γάμο λόγω ισχυρού κλονισμού, τον οποίο απέδωσε σε υπαιτιότητα και των δύο συζύγων. Κατά την πρωτόδικη διαδικασία είχαν προβληθεί εκατέρωθεν σοβαροί ισχυρισμοί για τα αίτια της διάστασης.
Ο σύζυγος υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η γυναίκα επιδίωκε να αποξενώσει τα παιδιά του από τον ίδιο και να οικειοποιηθεί περιουσία που είχε αποκτήσει με την πρώτη, αποβιώσασα σύζυγό του. Ισχυρίστηκε επίσης ότι εκείνη τον χειραγωγούσε και ότι, περίπου ένα μήνα μετά την αποχώρησή της από τη συζυγική οικία, απέσυρε χωρίς τη γνώση του ποσό £200.000 από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Αγγλία και το μετέφερε σε προσωπικό της λογαριασμό.
Από την πλευρά της, η γυναίκα υποστήριξε ότι ο γάμος δεν είχε ουσιαστικά τερματιστεί, αλλά είχε τραυματιστεί εξαιτίας της συμπεριφοράς του συζύγου της, τον οποίο κατηγόρησε για παθολογική ζήλια. Η θυγατέρα της κατέθεσε υπέρ της, ενώ αστυνομικός παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο παραπόνου που είχε υποβάλει η γυναίκα στην Αστυνομία στις 19 Μαΐου 2022.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, ωστόσο, αξιολόγησε τη μαρτυρία και αποδέχθηκε ως αξιόπιστη τη θέση του συζύγου, απορρίπτοντας ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της γυναίκας. Έκρινε επίσης ότι η μαρτυρία της θυγατέρας της και του αστυνομικού δεν ενίσχυε τη δική της εκδοχή.
Η εξέλιξη που καθόρισε την τύχη της έφεσης σημειώθηκε μόλις 16 ημέρες μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης. Στις 16 Φεβρουαρίου 2024, ενώ ακόμη δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία για άσκηση έφεσης, ο σύζυγος απεβίωσε. Η γυναίκα καταχώρισε την έφεσή της στις 4 Μαρτίου 2024, προβάλλοντας 17 λόγους, οι οποίοι αφορούσαν κυρίως την αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο.
Το 2025 ο τίτλος της έφεσης τροποποιήθηκε, ώστε αντί του αποβιώσαντος συζύγου να εμφανίζεται ως εφεσίβλητος ο διαχειριστής της περιουσίας του.
Το κρίσιμο νομικό ζήτημα ενώπιον του Εφετείου ήταν κατά πόσο ο θάνατος του συζύγου, ο οποίος επήλθε μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης αλλά πριν αυτή καταστεί τελεσίδικη, επηρέαζε τη δυνατότητα συνέχισης της έφεσης.
Το Εφετείο απάντησε καταφατικά. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, στην κυπριακή έννομη τάξη η λύση του γάμου με διαζύγιο επέρχεται μόνο όταν η σχετική δικαστική απόφαση καταστεί τελεσίδικη. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό δεν είχε συμβεί κατά τον χρόνο του θανάτου, αφού η προθεσμία για άσκηση έφεσης δεν είχε ακόμη εκπνεύσει.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το Εφετείο, ο γάμος λύθηκε αυτοδικαίως με τον θάνατο του συζύγου στις 16 Φεβρουαρίου 2024. Επομένως, όταν η γυναίκα άσκησε την έφεσή της, αυτή «στερείτο αντικειμένου».
Το Δικαστήριο υπογράμμισε παράλληλα τον αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα του δικαιώματος για λύση του γάμου. Το δικαίωμα αυτό, όπως αναφέρεται στην απόφαση, δεν κληρονομείται και δεν μπορεί να συνεχιστεί από κληρονόμους, διαχειριστές περιουσίας ή άλλους αντιπροσώπους μετά τον θάνατο ενός εκ των συζύγων.
Με βάση τον Κανονισμό 41.9(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το Εφετείο έκρινε ότι υπήρχε επιτακτικός λόγος για απόρριψη της έφεσης ως προδήλως αβάσιμης, καθώς δεν είχε πλέον αντικείμενο. Η έφεση απορρίφθηκε και επιδικάστηκαν €2.400 έξοδα υπέρ του διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος.