Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΜεγάλη έκταση γης εμβαδού δεκάδων χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων τσιμέντωσε στο όνομα της η Αρχιεπισκοπή με δικαστική απόφαση ημερομηνίας 5.10.2026, ύστερα από νομική διαδικασία μέσω της οποίας διεκδίκησε υλοποίηση συμφωνίας ημερομηνίας 21.6.1948. Η συμφωνία είχε υπογραφεί μεταξύ της Hellenic Mining Public Company Limited και της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε., την εκκαθάριση της οποίας ανέλαβε στη συνέχεια η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
Για να αντιληφθεί κανείς την αξία του συνόλου των ακινήτων, αναφέρεται πως πριν 78 χρόνια είχαν αγοραστεί έναντι 150.000 λιρών Κύπρου. Αξιοσημείωτο είναι ότι κάποια από τα δεκάδες τεμάχια γης έχουν εμβαδόν πέραν των 30.000 τετραγωνικών μέτρων.
Ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε με την ιδιοκτησία των τεμαχίων είναι και το γεγονός, πως όταν η Αρχιεπισκοπή προσέγγισε την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας καλώντας την να της μεταβιβάσει τα ακίνητα που διεκδικούσε, αυτή δεν γνώριζε καν ότι υπήρχε η περιουσία που διεκδικούσε η Εκκλησία.
Για την ιστορία αναφέρεται, πως η Hellenic Mining Public Company Limited (μεταγενέστερα Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία ΕΜΕ) είναι εταιρεία η οποία συστάθηκε στην Κύπρο στις 22.5.1948 με σκοπό να αποκτήσει την επιχείρηση της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε. κάτι το οποίο έγινε, χωρίς ωστόσο να της μεταβιβαστεί η περιουσία. Ωστόσο, τμήμα των ακινήτων που βρίσκονταν στην επαρχία Λευκωσίας μεταβιβάστηκαν προ μερικών ετών και εκκρεμούσε η μεταβίβαση των εκτάσεων στη Λεμεσό.
Όπως προκύπτει και από τη σχετική απόφαση του επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το 1948 η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε. συμφώνησε να πουλήσει και να εκχωρήσει στην Hellenic Mining Public Company Limited την επιχείρηση μεταλλείων και λατόμησης στην Κύπρο συμπεριλαμβανομένων της συνολικής ακίνητης ιδιοκτησίας της και των μεταλλευτικών μισθώσεων, αδειών, προνομίων λατομείου, εργοστασίων, εγκαταστάσεων, εργαλείων, γραμμών σιδηρόδρομου, γραμμών αεραγωγών, πυλώνων, επίπλων, λογιστικών χρεών, συμβατικών δικαιωμάτων και όλων των υπόλοιπων υπαρχόντων της.
Το αντάλλαγμα ήταν η παραχώρηση από την Ενάγουσα 149.993 μετοχών της στην Ανώνυμο. Η αξία της κάθε μετοχής ήταν μία λίρα δηλαδή άξιζε περίπου 150.000 λίρες.
Σημειώνεται, πως όταν έγινε η πράξη, οι απολαβές ήταν 3 έως 6 λίρες Κύπρου τον μήνα, αναλόγως του επαγγέλματος που ασκούσε ο καθένας, κάτι το οποίο φανερώνει και το μέγεθος της περιουσίας.
Σημειώνεται επίσης, πως ούτε η Αρχιεπισκοπή ούτε και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ήταν συμβαλλόμενοι στη συμφωνία αλλά ενεπλάκησαν στην πορεία όταν η μεν Αρχιεπισκοπή αγόρασε την Hellenic Mining Public Company Limited η δε Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. ανέλαβε ως εκκαθαριστής της Ανωνύμου Ελληνικής Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε. η οποία είχε συνυπογράψει, τότε, την συμφωνία.
Προς συμμόρφωση με την συμφωνία (21.6.1948) η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων μεταβίβασε το μεγαλύτερο μέρος των ακινήτων της στην Κύπρο αλλά παρέμεινε σε εκκρεμότητα η μεταβίβαση 47 τίτλων στη Λεμεσό, περιλαμβανομένων και δέντρων τα οποία τότε είχαν δικό τους τίτλο ιδιοκτησίας.
Τα χρόνια περνούσαν και στις 27.1.2012 (64 χρόνια μετά τη συμφωνία του 1948) η Hellenic Mining Public Company Limited κατέθεσε την συμφωνία στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και στις 8.9.2015 ενημέρωσε την Ανώνυμο Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε. ότι εκκρεμούν μεταβιβάσεις τεμαχίων. Η εταιρεία εκλήθη να παραστεί στο Κτηματολόγιο στις 12.1.2016 αλλά δεν το έπραξε, οπόταν κινήθηκε δικαστική διαδικασία προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση.
Το 1948 και σύμφωνα με την Συμφωνία, η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε. παρέδωσε και μεταβίβασε στην Ενάγουσα (Hellenic Mining Public Company Limited) όλες τις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις/μισθώσεις της περιλαμβανομένων και αυτών στην περιοχή Ασγάτας-Καλαβασού.
Όπως υπεστήριξαν οι δικηγόροι της κ. Λεωνίδας Γεωργίου και κ. Χλόη Τοφαρίδου, η μεταλλευτική δραστηριότητα συνεχίστηκε απρόσκοπτα από την Ενάγουσα (Hellenic) χωρίς την ανάγκη μεταβίβασης και των ακινήτων της Ανωνύμου επ’ ονόματι της με το σκεπτικό ότι είχε αγοράσει την Ανώνυμο Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων Α.Ε.
Σύμφωνα πάντα με τους δικηγόρους της Hellenic, μεταβιβάσεις γίνονταν μόνο όταν κρινόταν αναγκαίο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο, όπως ανέφεραν ενώπιον του Δικαστηρίου, κτήματα στην περιοχή του χωριού Ασγάτα δεν έχουν ακόμα μεταβιβασθεί στην Ενάγουσα. Υπεστήριξαν επίσης, πως η μεταβίβαση των ακινήτων δεν ήταν αναγκαία αφού σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας η Ενάγουσα είχε λάβει την κατοχή όλων των ακινήτων της Ανωνύμου οπότε και διεξήγαγε απρόσκοπτα τις εργασίες της μιας και είχαν, επίσης, μεταβιβαστεί σε αυτήν οι μεταλλευτικές μισθώσεις.
Μάρτυρας της Ενάγουσας, ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, πως δυνάμει της Συμφωνίας, προηγήθηκε η μεταβίβαση ακινήτων εντός των οποίων βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας του μεταλλεύματος στο Βασιλικό. Μεταβιβάστηκαν, επίσης, τεμάχια τα οποία αποτελούσαν μέρος των τεμαχίων της σιδηροδρομικής γραμμής από τα μεταλλεία Ασγάτας – Καλαβασού μέχρι το Βασιλικό που περιλήφθηκαν στον Αναδασμό της Καλαβασού.
Στην δε περίοδο 1979–1980 μεταβιβάσθηκαν στην Ενάγουσα τεμάχια του μεταλλείου Ασγάτας – Καλαβασού τα οποία ανήκαν διοικητικά στο χωριό Ορά. Ο μάρτυρας κατέθεσε δέσμη εγγράφων, αντίγραφα 23 τίτλων ιδιοκτησίας που μεταβιβάσθηκαν από την Ανώνυμο εταιρεία στην Ενάγουσα.
Μάρτυρας της Ενάγουσας κατέθεσε επίσης, πως συναντήθηκε με την πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης, Λούκα Κατσέλη, στην Αθήνα και συζήτησε το θέμα μαζί της στην παρουσία αρμοδίων λειτουργών της Εναγόμενης, του μακαριστού Αρχιεπίσκοπου τότε Κύπρου Χρυσόστομου Β’ και του δικηγόρου Λεωνίδα Γεωργίου. Σύμφωνα με την μαρτυρία, στην εν λόγω συνάντηση λέχθηκε ότι η Ανώνυμος δεν είχε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο οπότε και δεν μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε μεταβίβαση ακινήτων από την Ανώνυμο.
Η κ. Λούκα Κατσέλη εισηγήθηκε όπως η Ενάγουσα προχωρήσει με δικαστική διαδικασία και διαβεβαίωσε ότι η Εναγόμενη δεν θα έφερνε ένσταση ή αντίρρηση στην μεταβίβαση των ακινήτων. Ωστόσο, όταν ορίστηκε ημερομηνία μεταβίβασης των ακινήτων εκπρόσωποι της Εθνικής Τράπεζας δεν εμφανίστηκαν στο Κτηματολόγιο.
Στην απόφαση του Δικαστηρίου αναφέρεται, πως η Ενάγουσα κατέχει και ουδέποτε εγκατέλειψε την κατοχή των 33 ακινήτων από το 1948. Εντός δε της Μεταλλευτικής Μίσθωσης που χρησιμοποιούσε υπήρχαν 6 μεταλλεία. Τα ακίνητα της Μεταλλευτικής Μίσθωσης περιλαμβανομένων και των 33 επίδικων χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, για εκσκαφές, διεξαγωγή ερευνητικών επισκοπήσεων, τοποθέτηση μπάζων του μεταλλείου, τοποθέτηση εξοπλισμού και μηχανημάτων, ανέγερση και συντήρηση οικισμού των μεταλλωρύχων, κατασκευή δρόμων και άλλα. Όλες οι δαπάνες για την Μεταλλευτική Μίσθωση και όλες οι επενδύσεις γίνονταν από την Ενάγουσα.
Στην απόφαση αναφέρεται επίσης, πως στην περίπτωση που η Ενάγουσα ήθελε αποφασίσει να ενεργοποιήσει εκ νέου την «Μεταλλευτική Μίσθωση Καλαβασού – Ασγάτας» τα 33 ακίνητα της είναι απολύτως απαραίτητα. Η Ενάγουσα δεν θα μπορεί να εξασφαλίσει εκ νέου Μεταλλευτική Μίσθωση στην περιοχή αν τα 33 ακίνητα παραμείνουν εγγεγραμμένα επ’ ονόματι της Ανωνύμου.
Η απόφαση του Δικαστηρίου καταλήγει ως εξής: Η εξουσία για έκδοση διατάγματος ειδικής εκτέλεσης παρέχεται από το άρθρο 7 του Νόμου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αγωγή θα πρέπει να πετύχει. Συνακόλουθα εκδίδονται τα σχετικά διατάγματα. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.