Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Στο μικροσκόπιο μπαίνουν τα νιτρικά άλατα στο πόσιμο νερό, με 85 οργανώσεις υγείας και περιβάλλοντος να ζητούν από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) την επανεξέταση των διεθνών ορίων, επικαλούμενες νεότερα επιστημονικά δεδομένα για πιθανές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το ισχύον όριο των 50 χιλιοστογραμμαρίων ανά λίτρο (mg/L), το οποίο οι οργανώσεις θεωρούν ότι πρέπει να επαναξιολογηθεί, καθώς μελέτες έχουν καταγράψει συσχετίσεις μεταξύ της μακροχρόνιας έκθεσης σε νιτρικά άλατα, ακόμη και σε χαμηλότερες συγκεντρώσεις, και προβλημάτων υγείας όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου και ο πρόωρος τοκετός.

Με ανοικτή επιστολή τους προς τον ΠΟΥ, η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 2026, οι οργανώσεις καλούν τον διεθνή οργανισμό να δώσει προτεραιότητα στην αναθεώρηση των κατευθυντήριων οδηγιών για την ποιότητα του πόσιμου νερού.

Στην πρωτοβουλία συμμετέχουν οργανώσεις από τον χώρο της δημόσιας υγείας, της προστασίας του περιβάλλοντος και των συστημάτων τροφίμων, μεταξύ των οποίων η Greenpeace International.

Ένα όριο που καθορίστηκε πριν από δεκαετίες

Το σημερινό όριο των 50 mg/L έχει τις ρίζες του στο 1958, όταν βασική προτεραιότητα ήταν η προστασία των βρεφών από τη μεθαιμοσφαιριναιμία, γνωστή και ως «σύνδρομο του μπλε μωρού».

Πρόκειται για κατάσταση κατά την οποία επηρεάζεται η ικανότητα του αίματος να μεταφέρει οξυγόνο, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαροί κίνδυνοι για την υγεία των βρεφών.

Σχεδόν επτά δεκαετίες αργότερα, οι οργανώσεις υποστηρίζουν ότι οι προδιαγραφές για το πόσιμο νερό πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τις πιθανές μακροχρόνιες επιπτώσεις της έκθεσης στα νιτρικά άλατα στον γενικό πληθυσμό.

Επικαλούνται επιστημονικές μελέτες που έχουν εντοπίσει συσχετίσεις μεταξύ της έκθεσης σε νιτρικά άλατα μέσω του πόσιμου νερού και αυξημένου κινδύνου καρκίνου του παχέος εντέρου, πρόωρου τοκετού και ορισμένων συγγενών ανωμαλιών.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο γεγονός ότι ορισμένες από αυτές τις συσχετίσεις έχουν καταγραφεί σε συγκεντρώσεις χαμηλότερες από το σημερινό επιτρεπόμενο όριο.

Ωστόσο, οι επιδημιολογικές συσχετίσεις δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι τα νιτρικά άλατα προκαλούν τις συγκεκριμένες παθήσεις. Αυτό που ζητούν οι οργανώσεις είναι να αξιολογηθεί εκ νέου το σύνολο των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων.

Η Δανία προτείνει όριο 6 mg/L

Η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με τη Δανία να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Το 2025, ειδική επιστημονική επιτροπή εισηγήθηκε τη μείωση του εθνικού ορίου νιτρικών αλάτων στο πόσιμο νερό στα 6 mg/L, τιμή περισσότερο από οκτώ φορές χαμηλότερη από το ισχύον όριο των 50 mg/L.

Σύμφωνα με τη διεθνή ανακοίνωση, η κυβέρνηση της Δανίας δεσμεύτηκε το 2026 να κινηθεί προς την αναθεώρηση του ορίου, λαμβάνοντας υπόψη την επιστημονική εισήγηση.

Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τα αιτήματα για επανεξέταση των διεθνών προδιαγραφών, με τις οργανώσεις να υποστηρίζουν ότι τα όρια ασφαλείας πρέπει να ανταποκρίνονται στα νεότερα δεδομένα για τη μακροχρόνια έκθεση.

Από πού προέρχονται τα νιτρικά άλατα

Τα νιτρικά άλατα υπάρχουν φυσικά στο περιβάλλον, ωστόσο οι συγκεντρώσεις τους στα υπόγεια και επιφανειακά ύδατα μπορούν να αυξηθούν εξαιτίας ανθρώπινων δραστηριοτήτων.

Μεταξύ των βασικών πηγών επιβάρυνσης συγκαταλέγονται η χρήση αζωτούχων λιπασμάτων στη γεωργία, η εντατική κτηνοτροφία και η απορροή γεωργικών και κτηνοτροφικών αποβλήτων.

Όταν τα νιτρικά άλατα καταλήγουν στους υδάτινους πόρους, μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα του νερού που χρησιμοποιείται για ανθρώπινη κατανάλωση.

Οι οργανώσεις επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην επεξεργασία του νερού, αλλά πρέπει να περιλαμβάνει και μέτρα περιορισμού της ρύπανσης στην πηγή.

Τι ισχύει στην Κύπρο

Στην Κύπρο, το νομοθετικό όριο για τα νιτρικά άλατα στο νερό ανθρώπινης κατανάλωσης είναι επίσης 50 mg/L, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ποιότητα του πόσιμου νερού.

Η ποιότητα του νερού παρακολουθείται μέσω προγραμμάτων ελέγχου των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών.

Το Γενικό Χημείο του Κράτους, σε ενημέρωση που δημοσίευσε τον Φεβρουάριο του 2026, παραπέμπει στα αποτελέσματα εργαστηριακών ελέγχων της ποιότητας του πόσιμου νερού, περιλαμβανομένων των χημικών παραμέτρων που εξετάζονται.

Αντίστοιχα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες δημοσιοποιούν αποτελέσματα παρακολούθησης της ποιότητας του πόσιμου νερού.