Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΤι μπορεί να αποκαλύψει σήμερα το DNA για τον κίνδυνο εμφάνισης σοβαρών ασθενειών και πώς αυτή η γνώση μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και την καλύτερη οργάνωση των υπηρεσιών υγείας;
Κυπριακή μελέτη έδειξε ότι περίπου ένας στους 20 από τους 1.446 εθελοντές που εξετάστηκαν έφερε γενετική παραλλαγή με πιθανή ιατρική αξιοποίηση, κυρίως σε σχέση με κληρονομικά καρδιαγγειακά νοσήματα και προδιάθεση για καρκίνο.
Το εύρημα δεν σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι άνθρωποι είναι ασθενείς ή ότι θα εκδηλώσουν οπωσδήποτε κάποια νόσο, αναδεικνύει όμως τις δυνατότητες της γενετικής γνώσης για πιο στοχευμένη πρόληψη και παρακολούθηση.
Τη σημασία αυτών των αποτελεσμάτων που ανακοινώθηκαν στις αρχές του έτους εξηγεί στον «Φ» ο Ανώτερος Επιστήμονας του Κέντρου Αριστείας biobank.cy του Πανεπιστημίου Κύπρου, δρ Γρηγόρης Παπαγρηγορίου, αναλύοντας παράλληλα τη σημασία της δημιουργίας γονιδιωματικών δεδομένων αναφοράς για τον κυπριακό πληθυσμό.
Όπως ανέφερε, «η έρευνα για τη γενετική βάση των κληρονομικών νοσημάτων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια χαρτογράφησης των γενετικών χαρακτηριστικών του κυπριακού πληθυσμού. Στο πλαίσιο του CYPROME, επιδιώκουμε μέχρι το 2028 να δημιουργήσουμε και να αναλύσουμε γονιδιωματικά δεδομένα από σχεδόν 10.000 εθελοντές. Τα πρώτα αποτελέσματα από 1.446 εθελοντές της Βιοτράπεζας αποτελούν σημαντικό πρώτο βήμα προς τη δημιουργία γονιδιωματικού υποβάθρου αναφοράς για την Κύπρο».
Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Genomics, τον περασμένο Ιανουάριο. Κύριοι ερευνητές της εργασίας ήταν ο δρ Διονύσιος Φανίδης και η δρ Ειρήνη Μουτσουρή του Κέντρου Αριστείας biobank.cy, ενώ η μελέτη πραγματοποιήθηκε υπό την επιστημονική επίβλεψη του Καθηγητή Κωνσταντίνου Δέλτα και του δρα Γρηγόρη Παπαγρηγορίου, με τη συμμετοχή ερευνητών του Κέντρου Αριστείας και διεθνών συνεργατών.
Η ερευνητική ομάδα εστίασε, σε πρώτη φάση, σε γονίδια στα οποία ένα σημαντικό γενετικό εύρημα μπορεί να έχει άμεση πρακτική αξία για την υγεία, επειδή μπορεί να οδηγήσει σε μέτρα πρόληψης, συστηματικότερη παρακολούθηση ή θεραπευτική παρέμβαση. Τέτοια γονίδια περιλαμβάνονται στον διεθνώς αναγνωρισμένο κατάλογο του Αμερικανικού Κολλεγίου Ιατρικής Γενετικής και Γονιδιωματικής, ο οποίος συγκεντρώνει γονίδια με ευρήματα που θεωρούνται ιατρικά αξιοποιήσιμα.
Ένας στους 20 εθελοντές
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ένα σημαντικό και μη αμελητέο ποσοστό των συμμετεχόντων έφερε γενετικές παραλλαγές που θα μπορούσαν να έχουν κλινική σημασία.
«Η μελέτη έδειξε ότι το 5,05% των συμμετεχόντων, δηλαδή περίπου ένας στους 20, έφερε τουλάχιστον μία παθογόνο ή πιθανώς παθογόνο γενετική παραλλαγή με δυνατότητα κλινικής αξιοποίησης. Συνολικά εντοπίστηκαν 42 διαφορετικές τέτοιες παραλλαγές. Από αυτές, τέσσερις δεν είχαν καταγραφεί σε άλλους πληθυσμιακούς καταλόγους αναφοράς και βρέθηκαν αποκλειστικά στον κυπριακό πληθυσμό, ενώ αυξημένη συχνότητα σε σχέση με άλλους πληθυσμούς είχαν άλλες 19», ανέφερε ο δρ Παπαγρηγορίου.
Παράλληλα, όπως πρόσθεσε, «σε 119 συμμετέχοντες εντοπίστηκαν γενετικές παραλλαγές των οποίων η σημασία για την υγεία δεν είναι σήμερα επαρκώς τεκμηριωμένη και, επομένως, δεν μπορούν από μόνες τους να χρησιμοποιηθούν για τη λήψη κλινικών αποφάσεων».
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι το 5,05% δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως αντιπροσωπευτικό ολόκληρου του κυπριακού πληθυσμού. «Το εύρημα, ωστόσο, έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς προέκυψε σε εθελοντές οι οποίοι, κατά την ένταξή τους στη Βιοτράπεζα, δήλωναν υγιείς. Το γεγονός ότι περίπου ένας στους 20 έφερε μια τέτοια παραλλαγή δείχνει πόση πληροφορία για μελλοντικούς κινδύνους υγείας μπορεί να παραμένει κρυμμένη στο γονιδίωμά μας».
Γονιδιωματικά δεδομένα αναφοράς για την Κύπρο
Πέρα από τα επιμέρους ευρήματα, ο ευρύτερος στόχος είναι η δημιουργία γονιδιωματικών δεδομένων αναφοράς που θα αποτυπώνουν καλύτερα τα γενετικά χαρακτηριστικά του κυπριακού πληθυσμού.
«Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στη μοριακή διάγνωση κληρονομικών νόσων, αφού η σωστή ερμηνεία ενός γενετικού ευρήματος εξαρτάται και από το πόσο συχνό ή σπάνιο είναι στον πληθυσμό από τον οποίο προέρχεται ένα άτομο», ανέφερε.
Η μελέτη έδειξε ήδη ότι ορισμένες παθογόνες ή πιθανώς παθογόνες παραλλαγές εμφανίζονται με διαφορετική συχνότητα στους Κυπρίους σε σχέση με άλλους πληθυσμούς. Η καταγραφή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την κατανόηση του γενετικού τοπίου της Κύπρου.
Όπως διευκρίνισε, «οι περισσότερες από τις ιατρικά αξιοποιήσιμες παραλλαγές που εντοπίστηκαν σχετίζονταν με κληρονομικά καρδιαγγειακά νοσήματα και με κληρονομική προδιάθεση για καρκίνο».
Δεν σημαίνει γενετικός έλεγχος για όλους
Ο δρ Παπαγρηγορίου επισημαίνει, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία και δεν αποτελούν από μόνα τους εισήγηση για γενικευμένο προληπτικό γενετικό έλεγχο του πληθυσμού. «Η καταγραφή ιατρικά αξιοποιήσιμων ευρημάτων σε φαινομενικά υγιή άτομα είναι σημαντική, αλλά η αξιοποίησή τους σε προληπτικές πρακτικές δημόσιας υγείας απαιτεί ευρύτερη επιστημονική και κλινική τεκμηρίωση».
«Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα αυτά, δεν θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι ολόκληρος ο πληθυσμός πρέπει αύριο να υποβληθεί σε προληπτικό γενετικό έλεγχο. Πέραν των βιοηθικών προεκτάσεων που θα είχε μια τέτοια απόφαση, απαιτούνται πολύ περισσότερα δεδομένα, καθώς και αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο η γενετική πληροφορία μπορεί να ενταχθεί με ασφάλεια και ουσιαστικό όφελος στην κλινική πράξη», τόνισε.
«Η μελέτη αναδεικνύει, ωστόσο, τις δυνατότητες αξιοποίησης της γονιδιωματικής για πιο στοχευμένη πρόληψη, έγκαιρη αναγνώριση αυξημένου κινδύνου και εξατομικευμένη παρακολούθηση», κατέληξε.
Όταν η γενετική πληροφορία γίνεται εργαλείο υγείας
Ο αντίκτυπος της μελέτης εκτείνεται από το άτομο έως τον πληθυσμό και την Πολιτεία. Για το άτομο, η γνώση μιας ιατρικά αξιοποιήσιμης γενετικής προδιάθεσης μπορεί να υποστηρίξει πιο στοχευμένη πρόληψη, παρακολούθηση και έγκαιρη παρέμβαση. Σε επίπεδο πληθυσμού, η συστηματική καταγραφή των γενετικών χαρακτηριστικών των Κυπρίων μπορεί να δείξει ποια ευρήματα είναι συχνότερα και ποιοι κίνδυνοι μπορεί να έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Κύπρο.
«Σε επίπεδο Πολιτείας, τέτοια δεδομένα μπορούν να δημιουργήσουν την επιστημονική βάση για πιο στοχευμένες πολιτικές πρόληψης και δημόσιας υγείας. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η συλλογή γενετικών δεδομένων, αλλά η μετατροπή αυτής της γνώσης σε τεκμηριωμένες αποφάσεις που μπορούν να βελτιώσουν την πρόληψη, τη διάγνωση και τη διαχείριση της υγείας στην Κύπρο», ανέφερε ο δρ Παπαγρηγορίου.
«Ένα ιδιαίτερα σημαντικό επόμενο βήμα είναι ότι το συγκεντρωτικό γονιδιωματικό υπόβαθρο αναφοράς του CYPROME θα είναι σύντομα διαθέσιμο διαδικτυακά. Οι περισσότερες διεθνείς βάσεις δεδομένων περιέχουν περιορισμένες πληροφορίες από μικρούς πληθυσμούς, όπως ο κυπριακός. Συνεπώς, η διάθεση αυτών των δεδομένων θα δώσει σε ερευνητές και εργαστήρια γενετικής διάγνωσης, στην Κύπρο και διεθνώς, ένα πολύτιμο εργαλείο για ακριβέστερη αξιολόγηση γενετικών παραλλαγών και καλύτερη γενετική διάγνωση», κατέληξε.