Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΗ αφορμή ήρθε από δύο διαφορετικές οθόνες. Στη μία, ένα μήνυμα στο κινητό του Ανδρέα. Ένας συμμαθητής του τον ρώτησε γιατί γράφει ελληνικά και όχι Greeklish. Η συμφωνία μας στο σπίτι είναι απλή: όταν γράφουμε ελληνικά, τα γράφουμε με ελληνικούς χαρακτήρες και όταν γράφουμε αγγλικά, γράφουμε αγγλικά. Δεν είναι μάθημα γλωσσικής καθαρότητας ούτε κανόνας που θελήσαμε να επιβάλουμε. Είναι μια μικρή άσκηση επιλογής: να ξέρεις τι θέλεις να πεις και να προσπαθείς να το πεις όσο πιο καθαρά μπορείς.
Στην άλλη οθόνη έβλεπα αποσπάσματα από προεκλογικές συγκεντρώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ξεχώρισα τρεις-τέσσερις Δημοκρατικούς υποψηφίους για τη ρητορική τους ικανότητα (π.χ. Talarico και Al-Sayed). Μιλούσαν για ζητήματα που, κατά τη δική μου κρίση, έχουν σημασία: την καθημερινότητα των ανθρώπων, την ακρίβεια, τις ανισότητες, τον παραλογισμό του πολέμου, τη διαφθορά και τα όρια της εξουσίας. Δεν με κράτησε μόνο το περιεχόμενο. Αυτό δεν θα ήταν δύσκολο. Με κράτησε και ο τρόπος: οι λέξεις που διάλεγαν, η σειρά των σκέψεων, η παύση πριν από την επόμενη φράση.
Η εκλογική νίκη των Δημοκρατικών και στα δύο σώματα του Κογκρέσου δεν αποδεικνύει ότι ξαφνικά νίκησε παντού η λογική. Οι ψηφοφόροι είχαν πολλούς λόγους να δυσανασχετούν, ανάμεσά τους το κόστος ζωής, ο πόλεμος με το Ιράν και οι ανησυχίες για τη διαφθορά. Η κάλπη, όμως, θύμισε κάτι σημαντικό: η πολιτική δεν είναι μόνο ένταση, προσβολή και σύνθημα. Χρειάζεται λόγο που ονομάζει τα προβλήματα, συνδέει τις αιτίες με τις συνέπειες και προτείνει τι μπορεί να γίνει.
Κι εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην εντυπωσιακή ρητορική και στον λόγο που αντέχει στον έλεγχο. Η πρώτη μπορεί να μας κερδίσει με τον ρυθμό και την ευστοχία της. Ο δεύτερος απαιτεί και κάτι ακόμη: επιχειρήματα που αντέχουν στον έλεγχο και τον αντίλογο. Να ξεχωρίζουμε το γεγονός από την εντύπωση ή την άποψη, την απόδειξη από την υποψία, την αντίρρηση από την προσβολή. Να μπορούμε να πούμε «δεν ξέρω» ή «έκανα λάθος». Η καλή ομιλία δεν αρκεί να ακούγεται πειστική. Πρέπει και να είναι τίμια.
Οι λέξεις, οι τελείες και οι παύσεις έχουν τη δική τους σημασία. Μια παύση μπορεί να είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να ακούσουμε πραγματικά τον άλλον αντί να ετοιμάζουμε την απάντησή μας. Το χιούμορ μπορεί να ξεκλειδώσει μια δύσκολη συζήτηση, να φωτίσει μια αντίφαση, ακόμη και να μας κάνει να γελάσουμε με τον εαυτό μας. Όταν όμως γίνεται τρόπος να ταπεινώσουμε τον συνομιλητή, παύει να είναι ευφυΐα. Γίνεται απλώς πιο κομψή προσβολή.
Γι’ αυτό θα ήθελα τα παιδιά να έχουν στο σχολείο οργανωμένη εξάσκηση στον διάλογο και στην αντιλογία – debate (όπως λέγαμε στην Κλήρου), από το δημοτικό μέχρι το λύκειο, προσαρμοσμένο σε κάθε ηλικία. Στις μικρές τάξεις, να μάθουν να ακούν, να περιμένουν τη σειρά τους και να εξηγούν απλά γιατί συμφωνούν ή διαφωνούν. Αργότερα, να στηρίζουν τη θέση τους με στοιχεία, να απαντούν στην αντίθετη άποψη και, όταν χρειάζεται, να την αναθεωρούν.
Όχι για να μάθουν να κερδίζουν κάθε συζήτηση. Για να μάθουν ότι ο συνομιλητής δεν είναι αντίπαλος που πρέπει να εξουδετερωθεί, και ότι η αλλαγή γνώμης δεν είναι ήττα. Είναι ένδειξη πως άκουσες.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διορθώσει μια πρόταση, να προτείνει μια λέξη ή να οργανώσει ένα επιχείρημα. Δεν μπορεί να κάνει για λογαριασμό μας τη δουλειά της σκέψης: να αποφασίσει τι πιστεύουμε, τι αξίζει να υποστηρίξουμε και πότε πρέπει να σωπάσουμε. Αυτό το μαθαίνουμε διαβάζοντας, γράφοντας, συζητώντας – ακόμη και στα μηνύματα που στέλνουμε.
Ίσως τελικά η απάντηση στον συμμαθητή του Ανδρέα να είναι απλή: γράφει ελληνικά επειδή έτσι επιλέγει να εκφραστεί. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να μεγαλώσει γνωρίζοντας όχι μόνο σε ποια γλώσσα μιλά, αλλά και πώς να χρησιμοποιεί τον λόγο του: για να εξηγεί, να ακούει και να αλλάζει κάτι προς το καλύτερο.
*Διευθυντής Διοίκησης και Οικονομικών Πανεπιστημίου Κύπρου