Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Σε μιαν εποχή, όπου η πολιτική ανάλυση εγκλωβίζεται συχνά σε στείρους δείκτες και δημοσκοπικά ποσοστά, η Λογοτεχνία αποδεικνύεται ο πλέον αδιάψευστος καθρέφτης μπροστά στα πολιτικοκοινωνικά τεκταινόμενα. Η τρέχουσα θεσμική και δημοσιονομική παράλυση της Γαλλίας, η οποία κλυδωνίζει εκ θεμελίων το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα, είχε ήδη καταγραφεί στις σελίδες των ευφυών και διορατικών σύγχρονων δημιουργών της. Στο κάτωθι δοκίμιο, επιχειρείται μια διερευνητική σύνδεση των μυθιστορηματικών «προφητειών» του Μισέλ Ουελμπέκ (1956-), στον οποίο απονεμήθηκε το 2010 το Βραβείο Γκονκούρ, με το πολιτικό τέλμα της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, αναδεικνύοντας πώς η υψηλή πεζογραφία μετατρέπεται σε προειδοποιητικό σήμα κινδύνου για μια χώρα έως και για μιαν ολόκληρη ήπειρο, κατά αλυσιδωτές αντιδράσεις, που αντιμετωπίζει προβλήματα υπαρξιακής επιβίωσης.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, η σχέση μεταξύ λογοτεχνικής δημιουργίας και πολιτικής πραγματικότητας στη Γαλλία έπαυσε να είναι απλώς μιμητική, μεταπλάθοντας και αποτυπώνοντας εικόνες της ανθρωπογεωγραφικής και πολιτισμικής της φυσιογνωμίας· κατέστη παραδόξως προφητική. Η τρέχουσα συγκυρία, με τις Γαλλικές πόλεις να συγκλονίζονται από τις κλιμακούμενες κινητοποιήσεις μαθητών και φοιτητών, προσφέρει το πλέον απτό πειστήριο της απογοητευτικής διαπίστωσης. Αυτό που ξεκίνησε ως μια αυθόρμητη νεανική διαμαρτυρία για τις ελλείψεις στην παιδεία, έχει πλέον μετεξελιχθεί σε ένα ορμητικό μέτωπο γενικευμένης αμφισβήτησης, καθώς η δυναμική σύμπραξη κομματικών σχηματισμών και πανίσχυρων συνδικαλιστικών οργανώσεων προσδίδει στις διαδηλώσεις, τους αποκλεισμούς δρόμων και τις βιαιοπραγίες τη φρενίτιδα μιας αυξητικών ρυθμών κοινωνικής έκρηξης. Η ραγδαία επέκταση των αιτημάτων, από την κρατική υποχρηματοδότηση των σχολείων έως την κρίση του κόστους διαβίωσης και την αμφισβήτηση της ίδιας της εκτελεστικής εξουσίας, μαρτυρεί μιαν ενδογενή συστημική ρηγμάτωση. Εκεί ακριβώς που η πολιτική επιστήμη πασχίζει να ποσοστικοποιήσει τις κοινωνικές μετατοπίσεις μέσω στατιστικών, δημοσκοπικών και εκλογικών αναλύσεων, η υψηλή πεζογραφία κατορθώνει να ιχνηλατήσει το «υπόγειο ηφαιστειογενές ρεύμα» της ιστορικής πραγματικότητας, προτού εκραγεί στο προσκήνιο ριζοσπαστικών αλλαγών. Πρωτοστάτης της ιδιότυπης αυτής ενορατικής ενδοσκόπησης αναδεικνύεται ο Μισέλ Ουελμπέκ.

Ο Γάλλος συγγραφέας, που με τις προσλήψεις των έργων του αντιμετωπίζεται συχνά ως ένας κυνικός ανατομικός αναλυτής της δυτικής παρακμής, έχει επανειλημμένα αποδείξει ότι η «εκκεντρική» γραφή του δεν συνιστά απλή δυστοπική κατασκευή, αλλά απεναντίας προδρομική διάτορη φωνή θεσμικών και κοινωνικών σεισμικών δονήσεων. Σήμερα, καθώς η Γαλλία και κατ’ επέκταση η Ευρώπη βιώνουν μια παρατεταμένη δομική κρίση, οι σελίδες των μυθιστορημάτων του ηχούν λιγότερο ως μυθοπλασία και περισσότερο ως μια αδέκαστη πολιτική εσχατολογία. Η φήμη του Ουελμπέκ ως «Κασσάνδρας» του Γαλλικού πολιτισμού εδραιώθηκε με το εμβληματικό πλέον «Soumission» (Υποταγή) το 2015. Η κυκλοφορία του, συμπίπτουσα τραγικά με την πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στα γραφεία του «Charlie Hebdo», δεν μάντεψε απλώς δίκην αρχαίου οιωνοσκόπου ή Καβαφικού σοφού «προσιόντων» μια γεωπολιτική ή θρησκευτική αναδιανομή ισχύος, αλλά κάτι ουσιαστικότερο: την ιδεολογική αντίστροφη μέτρηση του τέλους των παραδοσιακών ελίτ. Στο μυθιστόρημα, η αναρρίχηση ενός μετριοπαθούς Ισλαμικού κόμματος στην εξουσία δεν επιτυγχάνεται μέσω επαναστατικής βίας, αλλά διά της εθελοδουλείας ενός παρηκμασμένου πολιτικού συστήματος Σοσιαλιστών και Κεντροδεξιάς, το οποίο, προκειμένου να αναχαιτίσει την εθνικιστική Ακροδεξιά, αυτοδιαλύεται ιδεολογικά και θεσμικά.

Καθώς εμφατικά αναδεικνύεται μέσα από τη Γαλλική κριτική σκέψη, η πολιτική συμμαχία των παραδοσιακών κομμάτων στην «Υποταγή», δεν είναι προϊόν ιδεολογικής σύγκλισης, αλλά μιας καθοριστικής πνευματικής κόπωσης· είναι η στιγμή που η φιλελεύθερη δημοκρατία συναινεί στην αυτοκατάργησή της, με σκοπό να διατηρήσει μιαν ψευδεπίγραφη επίφαση σταθερότητας. Ο όρος «Υποταγή» υπερβαίνει τη θρησκευτική του διάσταση, αποτυπώνοντας την ψυχολογική παράδοση μιας ολόκληρης διανόησης υπό εξουθένωση της ίδιάς της τής ελευθερίας και αναζητεί απεγνωσμένα τη νέα, εξωτερική αυθεντία για να παραδοθεί. Λίγα χρόνια αργότερα, το «Sérotonine» («Σεροτονίνη», 2019) αποτύπωσε με χειρουργική ακρίβεια την απόγνωση της Γαλλικής επαρχίας, την κατάρρευση του αγροτικού κόσμου υπό την πίεση των κανονισμών των Βρυξελλών και την οργή των «ξεχασμένων» της παγκοσμιοποίησης. Πριν προλάβουν οι κριτικοί να αναλύσουν το βιβλίο, το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» («Gilets Jaunes») είχε ήδη παραλύσει τους Γαλλικούς αυτοκινητοδρόμους, επιβεβαιώνοντας ότι ο Ουελμπέκ είχε συλλάβει τον κοινωνικό σπαραγμό, προτού η κραυγή του μετουσιωθεί σε πολιτική δράση στο πεζοδρόμιο. Ωστόσο, είναι το έργο του, το ογκώδες «Anéantir» («Εκμηδένιση», 2022), που καθίσταται το αδιαμφισβήτητο κάτοπτρο για τη σημερινή πολιτική κρίση. Τοποθετημένο στο πλαίσιο μιας προεδρικής εκλογικής αναμέτρησης, το μυθιστόρημα περιγράφει έναν κρατικό μηχανισμό με επίκεντρο το Υπουργείο Οικονομικών, το περιβόητο «Bercy» στο Παρίσι, που λειτουργεί στον αυτόματο πιλότο ως μια στεγνή μηχανή λογιστικής διαχείρισης. Η πέριξ του κοινωνία αποσυντίθεται, απειλούμενη από σκοτεινές κυβερνοεπιθέσεις, τρομοκρατικά κτυπήματα και μια γενικευμένη αίσθηση υπαρξιακού κενού. Η «εκμηδένιση» του τίτλου δεν είναι μόνο βιολογική, καθώς ο πρωταγωνιστής νοσεί, αλλά και πολιτική, παραπέμποντας ευθέως στη σταδιακή αποσάθρωση των θεσμών της Πέμπτης Δημοκρατίας, όπου οι τεχνοκράτες πασχίζουν να κρατήσουν τη χώρα όρθια με ψυχρούς υπολογισμούς, ενώ ο κοινωνικός ιστός στις μεγαλύτερες πληθυσμιακές του διαστάσεις σήπεται και φθίνει, χωρίς επί του παρόντος αντίδοτα θεραπευτικής αγωγής.

Κατευθύνοντας το βλέμμα από τη μυθοπλασία στην τρέχουσα πολιτική σκηνή της Γαλλίας, διαπιστώνει κάποιος ως αντικειμενικός παρατηρητής ότι η πραγματικότητα έχει αντιγράψει τη λογοτεχνική μελαγχολία. Η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία, σχεδιασμένη από τον Σαρλ ντε Γκωλ το 1958 για να εξασφαλίζει ισχυρή εκτελεστική εξουσία και κυβερνητική σταθερότητα, βιώνει σήμερα μια πρωτοφανή θεσμική περιπλοκή. Η απόφαση του Προέδρου Εμανουέλ Μακρόν να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση, οδήγησε σε επισφαλείς ατραπούς ενός κατακερματισμένου κοινοβουλίου, όπου καμιά παράταξη δεν διαθέτει την πλειοψηφία. Όθεν, η πολιτική καθημερινότητα της χώρας χαρακτηρίζεται από διαρκή κυβερνητική αστάθεια. Οι διαδοχικές αλλαγές στην πρωθυπουργία αναδεικνύουν το μέγεθος του αδιεξόδου. Η διακυβέρνηση υπό τον έμπειρο Μισέλ Μπαρνιέ κατέρρευσε θορυβωδώς, παραχωρώντας τη θέση της σε βραχύβια σχήματα που αδυνατούν να συγκροτήσουν μια βιώσιμη κοινωνική και κοινοβουλευτική συμμαχία. Η πολιτική παράλυση αντανακλάται ανάγλυφα στη δραματική δημοσιονομική κατάσταση της χώρας. Με το δημόσιο χρέος να αγγίζει το ιστορικό 119% του ΑΕΠ και το έλλειμμα να υπερβαίνει το 5%, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα μιας αδυσώπητης τιμωρίας από τις αγορές. Οι οίκοι αξιολόγησης υποβαθμίζουν τις προοπτικές της χώρας, το κόστος δανεισμού εκτοξεύεται στα υψηλά επίπεδα εικοσαετίας και η ψήφιση των προϋπολογισμών επιτυγχάνεται πλέον μόνο μέσω του αμφιλεγόμενου συνταγματικού τεχνάσματος του Άρθρου 49.3, παρακάμπτοντας τη δημοκρατική ετυμηγορία της Εθνοσυνέλευσης.  Η εν λόγω εικόνα της «αυταρχικής αδυναμίας», όπου το κράτος επιβάλλεται με νομοθετικά διατάγματα, επειδή ακριβώς έχει απολέσει τη λαϊκή και κοινοβουλευτική του νομιμοποίηση, συνθέτει την απόλυτη δικαίωση της Ουελμπεκιανής ανάλυσης στο «Anéantir». Η εξουσία έχει υποβαθμιστεί σε μιαν τεχνοκρατική διαχείριση του ουσιώδους πολιτικού ελλείμματος, στερημένη από κάθε οραματικό ή έστω σταθεροποιητικό ορίζοντα.

Το Γαλλικό παράδειγμα δεν αποτυπώνει μια στεγανή ιδιομορφία της Γαλατικής πολιτικής,  αλλά το προκεχωρημένο σύμπτωμα της ευρύτερης Ευρωπαϊκής παθογένειας. Σε ολόκληρη την ήπειρο, το μοντέλο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, που εδράζεται στη συναίνεση και την οικονομική ευημερία, κλυδωνίζεται. Από τη Γερμανία της οικονομικής στασιμότητας και της κυβερνητικής αμφισβήτησης μέχρι την Ιταλία και την Ολλανδία, παρατηρούμε την ίδια δυναμική που περιέγραψε ο Ουελμπέκ στην «Υποταγή»: την προϊούσα αποξένωση των πολιτών από τους παραδοσιακούς θεσμούς και την παράλληλη άνοδο αντισυστημικών, λαϊκιστικών ή εθνοκεντρικών δυνάμεων. Η Ευρώπη μοιάζει να πάσχει από τη συλλογική απώλεια πίστης στον εαυτό της. Η γραφειοκρατία των Βρυξελλών, ανίκανη να απαντήσει στις προκλήσεις της ενεργειακής κρίσης, του μεταναστευτικού ζητήματος και της γεωπολιτικής περιθωριοποίησης της ηπείρου, λειτουργεί ως ένας συλλογικός «Paul Raison» (ο κεντρικός ήρωας του «Anéantir»): ο ευφυής, πλην όμως ανίσχυρος τεχνοκράτης που παρακολουθεί το τέλος ενός κόσμου χωρίς να δύναται να το αποτρέψει.

Μολονότι ο Ουελμπέκ κατέχει τα πρωτεία της ιδιότυπης αυτής πολιτικής διαίσθησης, δεν είναι ο μόνος στη σύγχρονη Γαλλική και Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία που αποδίδει, κατά παρεμφερή αναλογία, το σημερινό δυσοίωνο κλίμα. Συγγραφείς όπως ο επίσης Γάλλος Εντουάρ Λουί (1992-), από μια διαμετρικά αντίθετη, αριστερή ιδεολογική αφετηρία, περιγράφουν στα έργα τους την ίδια ακριβώς κοινωνική απογύμνωση και την ταξική βία της Γαλλικής επαρχίας, που θρέφει την πολιτική οργή. Παράλληλα, στον ευρύτερο Ευρωπαϊκό χώρο, η τάση του «πολιτικού θρίλερ της παρακμής» κερδίζει συνεχώς έδαφος. Μυθιστορήματα που πραγματεύονται την άνοδο του ολοκληρωτισμού μέσω της τεχνολογίας, τη χρήση των «deepfakes» και των αλγορίθμων για τη χειραγώγηση των μαζών, στοιχεία που κυριαρχούν και στο «Anéantir», αναδεικνύουν τον κοινό φόβο: η δημοκρατία δεν θα καταλυθεί από ένα κλασικό στρατιωτικό πραξικόπημα, αλλά προγραμματικά θα αποδυναμωθεί από την εσωτερική της κόπωση, την αδιαφορία των πολιτών της και την αντικατάσταση της πολιτικής συζήτησης από το ψηφιακό θέαμα. Η αξία της προφητικής προσέγγισης του Μισιέλ Ουελμπέκ δεν έγκειται στην ακριβή πρόβλεψη συγκυριακών συμβάντων, ημερομηνιών ή προσώπων, αλλά στη βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης και θεσμικής ψυχολογίας. Ο πολυδιαβασμένος και πολυμεταφρασμένος μυθιστοριογράφος αντιλαμβάνεται ότι οι κοινωνίες δεν καταρρέουν, επειδή δέχονται εξωτερικές πιέσεις, αλλά διότι έχουν απωλέσει την ενεργό ζωτικότητα δράσης στον προσανατολισμό τους, το «μεταφυσικό τους έρεισμα», όπως θα έλεγε ο ίδιος.

Η τρέχουσα πολιτική κρίση στη Γαλλία, με την παράλυση του κοινοβουλίου, τη δημοσιονομική αιμορραγία και την κοινωνική πόλωση, δεν είναι παρά η υλοποίηση του Ουελμπεκιανού συγγραφικού σύμπαντος. Για τον αναλυτή του παρόντος, η ανάγνωση των ως άνω μυθιστορημάτων δεν αποτελεί φιλαναγνωσία αισθητικής απόδρασης, αλλά ερμηνευτική αναγκαιότητα. Μας υπενθυμίζει ότι πίσω από τους φόβους έναντι των ΗΠΑ και της Ρωσίας, προπάντων την απώλεια αυτοπεποίθησης, τους αριθμούς των ελλειμμάτων και τις ψηφοφορίες δυσπιστίας κρύβεται μια βαθύτερη κρίση νοήματος. Αν η Ευρώπη επιθυμεί να διαψεύσει τους λογοτεχνικούς της προφήτες, οφείλει να σταματήσει να διαχειρίζεται απλώς την παρακμή της, για να επανεύρει την πολιτική της βούληση. Μέχρι τότε, η λογοτεχνία θα συνεχίσει να καταθέτει τα δυσοίωνα προσχέδια της αυριανής ιστορίας.