Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΠόση ελευθερία υπάρχει σε έναν δημόσιο διάλογο όπου κάποιοι φοβούνται να μιλήσουν; Και πόση δημοκρατία υπάρχει όταν, στο όνομα της προστασίας τους, κινδυνεύουμε να περιορίσουμε ακόμη και τη νόμιμη διαφωνία;
Η συζήτηση για τη ρητορική μίσους στο διαδίκτυο, που πραγματοποιήθηκε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής, φέρνει την Κύπρο αντιμέτωπη με ένα σύνθετο ζήτημα. Σύμφωνα με το σχετικό ρεπορτάζ του Philenews, επισημάνθηκαν ρυθμιστικά κενά, προτάθηκε η δημιουργία Εθνικού Παρατηρητηρίου και αναδείχθηκε ο ρόλος των αξιόπιστων πηγών επισήμανσης παράνομου περιεχομένου.
Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι απλώς να αποφασίσουμε ποια σχόλια πρέπει να διαγράφονται. Είναι να διασφαλίσουμε ότι ο ψηφιακός δημόσιος χώρος θα παραμένει ταυτόχρονα ελεύθερος και ασφαλής.
Η ελευθερία της έκφρασης δεν προστατεύει μόνο τις απόψεις με τις οποίες συμφωνούμε. Προστατεύει και εκείνες που μας ενοχλούν, μας προκαλούν ή αμφισβητούν τις πεποιθήσεις μας. Η αυστηρή πολιτική κριτική, η έντονη αντιπαράθεση, ακόμη και μια προσβλητική τοποθέτηση δεν αποτελούν αυτομάτως παράνομη ρητορική μίσους.
Υπάρχει, ωστόσο, ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην αμφισβήτηση μιας άποψης και στην υποκίνηση μίσους ή βίας εναντίον ανθρώπων λόγω της ταυτότητάς τους. Η διάκριση αυτή δεν μπορεί να γίνεται με βάση το ποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με το περιεχόμενο. Χρειάζεται σαφή κριτήρια, νομικές εγγυήσεις και εξέταση των πραγματικών περιστάσεων.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης, μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας (ECRI), έχει επισημάνει ότι τα μέτρα αντιμετώπισης της ρητορικής μίσους πρέπει να είναι τεκμηριωμένα, αναλογικά και να μην αξιοποιούνται για τον περιορισμό της πολιτικής κριτικής ή της ελευθερίας της έκφρασης. Η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν μπορεί να αποτελέσει πρόσχημα για φίμωση της διαφωνίας.
Την ίδια στιγμή, δεν μπορούμε να αγνοούμε τι συμβαίνει στον ψηφιακό χώρο. Η επαναλαμβανόμενη υποτίμηση, η απανθρωποποίηση και η στοχοποίηση κοινωνικών ομάδων δεν είναι απλώς μια δυσάρεστη πλευρά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μπορούν να καλλιεργήσουν φόβο, να αποθαρρύνουν τη συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο και να ενισχύσουν τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Εδώ συναντούμε ένα ζήτημα που έχω θίξει και σε προηγούμενες παρεμβάσεις μου: την υποχώρηση της κριτικής σκέψης. Η δυνατότητα να δημοσιεύουμε άμεσα μια άποψη δεν συνεπάγεται ότι έχουμε μάθει να την τεκμηριώνουμε. Ούτε ότι μπορούμε να αναγνωρίζουμε πότε μια πληροφορία είναι παραπλανητική ή πότε η αγανάκτησή μας χρησιμοποιείται για να στραφούμε εναντίον άλλων ανθρώπων.
Οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν επίσης ευθύνη. Δεν φιλοξενούν απλώς περιεχόμενο. Μέσα από τα συστήματα κατάταξης και προτάσεων επηρεάζουν ποια δημοσιεύματα αποκτούν μεγαλύτερη προβολή. Γι’ αυτό η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στην ατομική συμπεριφορά των χρηστών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιχειρήσει να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις με την Πράξη για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες, γνωστή ως Digital Services Act. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο επιβάλλει υποχρεώσεις διαφάνειας στις πλατφόρμες, προβλέπει διαδικασίες αναφοράς παράνομου περιεχομένου και κατοχυρώνει τη δυνατότητα των χρηστών να αμφισβητούν αποφάσεις περιορισμού των αναρτήσεων ή των λογαριασμών τους.
Τα στοιχεία της ίδιας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι αποκαλυπτικά. Τον Φεβρουάριο του 2026 ανακοίνωσε ότι, από 165 εκατομμύρια αποφάσεις περιορισμού περιεχομένου που προσβλήθηκαν μέσω των εσωτερικών μηχανισμών των πλατφορμών, το 30% ανατράπηκε. Σχεδόν μία στις τρεις αμφισβητούμενες αποφάσεις αποδείχθηκε, μετά την επανεξέταση, ότι έπρεπε να αλλάξει.
Αυτό το στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι κάθε αφαίρεση περιεχομένου είναι λογοκρισία. Αποδεικνύει, όμως, γιατί κανένας μηχανισμός ελέγχου δεν πρέπει να λειτουργεί χωρίς διαφάνεια, αιτιολόγηση και ουσιαστική δυνατότητα προσφυγής.
Στην Κύπρο, η πρόταση για δημιουργία Εθνικού Παρατηρητηρίου Ρητορικής Μίσους αξίζει σοβαρή εξέταση. Προϋπόθεση, όμως, είναι να γνωρίζουμε τι ακριβώς θα προσφέρει. Θα καταγράφει περιστατικά; Θα υποστηρίζει τα θύματα; Θα συντονίζει τις αρμόδιες υπηρεσίες; Θα δημοσιεύει δεδομένα και αξιολογήσεις; Και ποιος θα ελέγχει ότι η λειτουργία του δεν υπερβαίνει τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε;
Η χώρα δεν χρειάζεται έναν ακόμη θεσμό μόνο για να προσθέσει μια δομή στο διοικητικό της σύστημα. Χρειάζεται αποτελεσματικούς μηχανισμούς, σαφείς αρμοδιότητες, επαρκή στελέχωση και μετρήσιμα αποτελέσματα.
Εξίσου σημαντικό είναι να αξιοποιηθεί σωστά ο ευρωπαϊκός μηχανισμός των trusted flaggers. Οι φορείς αυτοί εντοπίζουν και επισημαίνουν δυνητικά παράνομο περιεχόμενο, αλλά δεν αποφασίζουν οι ίδιοι την αφαίρεσή του. Η τελική ευθύνη της σχετικής απόφασης παραμένει στις πλατφόρμες, με τις εγγυήσεις που προβλέπει η νομοθεσία.
Καμία ρύθμιση, ωστόσο, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ανάγκη για δημοκρατική παιδεία. Η κριτική σκέψη, ο σεβασμός στη διαφορετικότητα και η ικανότητα τεκμηριωμένης διαφωνίας πρέπει να καλλιεργούνται στην εκπαίδευση, στον δημόσιο λόγο, στα μέσα ενημέρωσης και στην καθημερινή μας συμπεριφορά.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι επιτρέπεται να γράφουμε. Είναι και τι έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε αποδεκτό να λέμε για έναν άλλο άνθρωπο.
Δεν χρειαζόμαστε μια κοινωνία όπου κανείς δεν τολμά να διαφωνήσει. Ούτε μια κοινωνία όπου η προσβολή, η απαξίωση και η στοχοποίηση παρουσιάζονται ως απόδειξη ελευθερίας.
Χρειαζόμαστε πολίτες που μπορούν να διαφωνούν χωρίς να απανθρωποποιούν, θεσμούς που προστατεύουν χωρίς να φιμώνουν και πλατφόρμες που λογοδοτούν για τις αποφάσεις τους.
Γιατί η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο όταν κάποιος μας απαγορεύει να μιλήσουμε. Απειλείται και όταν ο δημόσιος λόγος γίνεται τόσο τοξικός, ώστε κάποιοι να μη νιώθουν πλέον ελεύθεροι να μιλήσουν.
Και αν για να υπερασπιστούμε τη δική μας ελευθερία χρειάζεται να στερήσουμε από τον άλλον την αξιοπρέπειά του, τότε δεν υπερασπιζόμαστε την ελευθερία. Έχουμε ήδη χάσει το νόημά της.