Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΣε πρόσφατη επίσκεψή μου στο Aix-en-Provence είδα πως η τράπεζα βρισκόταν μέχρι σήμερα στο ίδιο ακριβώς σημείο στην Cours Mirabeau, η οποία έχει πια πεζοδρομοποιηθεί. Εδώ είχα ανοίξει τον πρώτο μου λογαριασμό ως πρωτοετής φοιτήτρια πριν σαράντα χρόνια. Στον πέτρινο τοίχο αναγραφόταν η επωνυμία της με τα ίδια διακριτικά αρχικά από χαλκό, ώστε να μην παρεμβαίνουν στην αισθητική του κτιρίου του 18ου αιώνα. Κατ’ ακρίβειαν ο πρώτος μου λογαριασμός ήταν αυτός του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου όταν οι μαθητές καταθέταμε κάθε Δευτέρα μερικές λίρες, στο «δευτεράκι» μας . «Έννα σας χρειαστούν για τες σπουδές σας», μας έλεγαν οι γονείς οι οποίοι δεν είχαν την ευκαιρία να σπουδάσουν γι’ αυτό και αποταμίευαν και επένδυαν στο μέλλον των παιδιών τους, που θα σπούδαζαν σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, σε ξένες χώρες εφόσον η δική μας δεν διέθετε πανεπιστήμιο τη δεκαετία του ’80.
Τα ιδιαίτερα μαθήματα γαλλικών που μου παρέδιδε για χρόνια η κυρία Άννη φάνηκαν ανεπαρκή για προφορική επικοινωνία, ειδικά τις πρώτες εβδομάδες. Η υπάλληλος πίσω από τον μαρμάρινο πάγκο με ένα βάζο από μυρωδάτα κρίνα, ήταν εξυπηρετική και υπομονετική. Τα άνθη έριχναν μια σαγηνευτική ομορφιά που δεν θύμιζε τράπεζα, αλλά γαμήλια δεξίωση. Εμάς στις δικές μας τράπεζες με τους πάγκους από φορμάικες, το πολύ να έβλεπες καμιά εικόνα αγίου ή μια Παναγίτσα.
Το συνάλλαγμα που δικαιούμασταν ήταν συγκεκριμένο και περιορισμένο, αρκετό για το ενοίκιο, το φαγητό στο φοιτητικό εστιατόριο, το λεωφορείο, τους καφέδες και τον κινηματογράφο. Είχαμε επιπλέον τα ταχυδρομικά γραμματόσημα και τα τηλεφωνήματα στην οικογένεια μια φορά την εβδομάδα από τον τηλεφωνικό θάλαμο. Μες στα έξοδα μετρούσαμε και το πλυντήριο ρούχων όπου πηγαίναμε για μπουγάδες, περιμένοντας στη συνέχεια τα ρούχα να στεγνώσουν στο στεγνωτήριο. «Στη Γαλλίαν ως τζ̆αι τον αέραν πληρώνεις τον», σχολίαζαν οι θείες και οι γιαγιάδες στο νησί.
Άθλια κάποιες φορές διαμερίσματα σε τιμές με τις οποίες στο νησί νοίκιαζες ολόκληρη μονοκατοικία με κήπο. Τα παράθυρα έβλεπαν στον τοίχο του γείτονα ή σε μια εσωτερική σκοτεινή αυλή, ενώ το μπαλκόνι ή το ασανσέρ θεωρούνταν μεγάλη πολυτέλεια. Για μας τους νησιώτες που ζούσαμε σε σπίτια με αυλάδες και μεγάλες βεράντες, τα φοιτητικά διαμερίσματα και οι εστίες έμοιαζαν με φυλακές.
Ώσπου στο νησί, αρχίσαμε να κατεδαφίζουμε τα πετρόχτιστα σπίτια των γιαγιάδων μας, δίνοντας τα αντιπαροχή, για να χτιστούν μαγαζιά ή μια πολυκατοικία. Η πολεοδομία μας δεν είχε πλάνο ούτε όραμα για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής και της συνοχής της πόλης στην οποία κατεδαφίστηκαν όλα τα παραθαλάσσια αρχοντικά κατά μήκος του μόλου όπου και υψώθηκε ένα τείχος από μπετόν, με πολυκατοικίες κολλημένες η μια στην άλλη.
Το κτίριο που στέγαζε την Οθωμανική Τράπεζα στη Λεμεσό βρισκόταν στο κέντρο της πόλης κοντά στο δημαρχείο, το διοικητήριο και το κτηματολόγιο. «Το καλλύττερον πράμαν που μας εκάμαν οι Εγγλέζοι. Η κάθε ελιά ή τερατσ̆ιά που ρίζεις εν γραμμένη στα κιττάπκια τους». Περήφανοι οι Κύπριοι και για το δικαστικό τους σύστημα, που κληρονόμησαν επίσης από τους αποικιοκράτες, έστω κι αν σήμερα το μόνο που ισχύει απ’ όλα αυτά είναι η αγγλική ρήση “Justice delayed is justice denied” που μεταφράζεται ως «αργοπορημένη δικαιοσύνη ισοδυναμεί με αρνησιδικία». Σήμερα μας προκαλούν έκπληξη και αποτροπιασμό οι αναχρονιστικές διατάξεις του ποινικού κώδικα, με ποινές χάδι σε ενόχους για βιασμό ή ανθρωποκτονία που είναι κάποιες φορές αντίστοιχες με αυτές της κλοπής ενός γαϊδουριού.
Η μητέρα μου τελειώνοντας το γυμνάσιο και αφού εργάστηκε για ένα διάστημα στις αγγλικές βάσεις, μιλώντας άπταιστα την αγγλική γλώσσα, έδωσε εξετάσεις στην τράπεζα σε ένα ως επί το πλείστον ανδροκρατούμενο για την εποχή περιβάλλον. Οι επίδοξοι μνηστήρες πολλοί, τα συνοικέσια πήγαιναν κι έρχονταν στον θείο και κηδεμόνα της Κώστα Πιτσιλλίδη, αλλά αυτή δεν σήκωνε μάτια από τη γραφομηχανή της, δεν ήθελε να παντρευτεί από τα δεκαοκτώ της όπως έκαναν τα πλείστα κορίτσια και ονειρευόταν τον μεγάλο έρωτα όπως η Λάρα στο μυθιστόρημα Δόκτωρ Ζιβάγκο του Παστερνάκ ή στη Δασκάλα με τα χρυσά μάτια του Στρατή Μυριβήλη. Όταν έγινε εικοσιτεσσάρων είπε το ναι, στον Παναγιώτη με τα μελισιά μάτια.
Ήταν μια καλλονή, ψηλόλιγνη με λευκή επιδερμίδα σαν σταρ του σινεμά. Οι υπάλληλοι της Οθωμανικής Τράπεζας αλλά και οι πελάτες δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα μάτια τους από πάνω της γι’ αυτό και ο σύζυγός της, την προέτρεψε να αφήσει τη δουλειά της για να δουλέψει ως γραμματέας του, στο δικό του γραφείο. Έτσι σταμάτησε την υποσχόμενη καριέρα της κι εγώ περνούσα πολλά δειλινά μαζί της, θαυμάζοντάς την που δαχτυλογραφούσε επιστολές στη γραφομηχανή με ταχύτητα χωρίς να κοιτάζει τα πλήκτρα. Ένας ήχος που έφτανε σαν μελωδία στ’ αυτιά μου. Ανάλογα με το αν χρησιμοποιούσε την αγγλική ή την ελληνική γραφομηχανή, εγώ χτυπούσα γράμματα στην άλλη πιστεύοντας πως έγραφα ιστορίες.
Έτσι κι αλλιώς δεν ήξερα ακόμη γράμματα αλλά γνώριζα και καταλάβαινα πολύ καλά πως εκείνες οι γραμμές με τα «κουλλουρούθκια τζαι τα κατσουνούθκια» περιέκλειαν ένα δικό τους μαγικό κόσμο. Όλα μαζί έφτιαχναν λέξεις και ιστορίες όπως αυτές που μου διάβαζε το βράδυ η μάμμα προτού κοιμηθώ, όπου το καλό πάντα νικούσε το κακό, τα τέρατα εξημερώνονταν και επικρατούσε η αγάπη, η δικαιοσύνη και η ειρήνη στον κόσμο. Δεν έπαψα ποτέ να αγαπώ τα παραμύθια.
dena.toumazi@gmail.com