Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google
Add philenews.com on GoogleΚουβέντιασα χθες με τον ποιητή Νίκο Ορφανίδη για το άρθρο που έγραψε στην εφημερίδα εκείνο τον μακρινό Οκτώβρη… που το είχε σφραγίσει με τους στίχους του τραγουδιού «Μην τον ρωτάς τον ουρανό», του Μάνου Χατζιδάκι. Μιλήσαμε για την απρόβλεπτη και ανεξέλεγκτη ισχύ της ταύτισης και για τη δύναμη ενός ψυχικού τραντάγματος, μπροστά σε λέξεις που σφραγίζουν σαν πυρωμένο σίδερο, το μυαλό.
Έγραψε ο Ορφανίδης: «Σκέφτομαι τα λυπητερά τραγούδια της νιότης μας. Μαζί με τα βράδια του καλοκαιριού, που έφυγαν πια ανεπιστρεπτί. Μ’ όλα όσα έφυγαν και χάθηκαν πια. Για πάντα. Πάει κι η μαγεία, πάει και το όνειρο μιας ολόκληρης γενιάς. Πάει πια κι ο κόσμος της παλιάς γειτονιάς μας. Πάει και το γιασεμί. Πάνε κι οι δρόμοι που περπατήσαμε. Πάει κι ο παλιός υπαίθριος κινηματογράφος. Πάνε και τα σπίτια. Πάνε κι οι αυλές. Τίποτα πια. Νεκρά και έρημα και βεβηλωμένα και λεηλατημένα. Τροχοφόρα, τώρα, στους δρόμους της πόλης. Πρόσωπα άγνωστα, αγνώριστα, σκληρά, βλοσυρά. Έρημοι συνοικισμοί. Έρημες πολυκατοικίες. Έρημοι άνθρωποι»…
«Λόγο στο λόγο και ξεχαστήκαμε, μας πήρε ο πόνος και νυχτωθήκαμε. Σβήσε το δάκρυ με το μαντήλι σου, να πιω τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου. Μην τον ρωτάς τον ουρανό, το σύννεφο και το φεγγάρι. Το βλέμμα σου το σκοτεινό, κάτι απ’ τη νύχτα έχει πάρει».
Είχα διαβάσει το άρθρο, μαζί και τους υπέροχους στίχους του τραγουδιού. Έσβησα το φορητό μου κομπιούτερ, το έβαλα στο σακίδιο και βγήκα στο δρόμο με έναν κόμπο στο λαιμό, νιώθοντας ξαφνικά σαν ένα μικρό, χαμένο παιδί. Προσπάθησα ν’ ανακτήσω τη ψυχραιμία μου και να σκεφτώ ότι τελοσπάντων η ομορφιά, η απλότητα, η αθωότητα, η γενναιότητα, δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν, γεννιούνται και υπάρχουν γύρω μας, φτάνει να έχουμε μάτια να τα δούμε.
«Όχι, δεν εξιδανικεύω τα παλιά», μου είπε ο Νίκος Ορφανίδης. «Αλλά χρειάζεται να καθαρίσουμε τη ψυχή μας από ό,τι την τραυματίζει… και να μείνει η μαγεία μιας εποχής που μας ηρεμεί, μας γαληνεύει και μας σώζει στο τέλος. Όπως έγραψε και ο Μίλαν Κούντερα, στον αντίποδα της λήθης και της τυραννίας, είναι η μνήμη – και η μνήμη, μας κρατά ζωντανούς».
«Ό,τι μας βρήκε κι ό,τι μας λύπησε, σαν το μαχαίρι κρυφά μας κτύπησε. Σβήσε το δάκρυ με το μαντήλι σου, να πιώ τον ήλιο μέσα απ’ τα χείλη σου»…
Δεν υπήρχε ήλιος και είχε αρχίσει να ψιλοβρέχει, καθώς κουβεντιάζαμε με τον Νίκο Ορφανίδη. Όμως… μην τον ρωτάς τον ουρανό… κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο και σκέφτηκα πως όπου να ’ναι, ο ήλιος θα είναι εδώ, γιατί… ποτέ δεν έφυγε!