Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Μήπως το Κυπριακό, από ζήτημα εισβολής, κατοχής, προσφυγιάς, εποικισμού και αναζήτησης συνολικής λύσης, περιορίζεται σταδιακά στη συζήτηση για το άνοιγμα οδοφραγμάτων; Αυτό που βλέπουμε μετά την αποτυχία σύγκλησης ακόμη μια διάσκεψης είναι να περιορίζεται ουσιαστικά η συζήτηση και η διαπραγμάτευση για το πού θα ανοίξει το επόμενο οδόφραγμα.

Είμαστε στο ίδιο έργο θεατές κάθε φορά που η συζήτηση για το Κυπριακό επανέρχεται στην επικαιρότητα.  Ένα από τα ζητήματα που κυριαρχούν τότε  είναι το άνοιγμα νέων οδοφραγμάτων. Πού θα ανοίξουν, ποια πλευρά αποδέχεται ποια πρόταση, ποια διέλευση θα προστεθεί στις υφιστάμενες και ποιος ευθύνεται για το αδιέξοδο. Και κάπως έτσι, μέσα από διαδοχικές συναντήσεις, ανακοινώσεις και ανταλλαγές προτάσεων, τίθεται ένα καίριο ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: Μήπως το Κυπριακό κατάντησε πια υπόθεση ανοίγματος οδοφραγμάτων;

Συχνά δημιουργείται η εντύπωση ότι η πολιτική κινητικότητα μετριέται με το αν θα επιτευχθεί συμφωνία για ένα οδόφραγμα. Οι συναντήσεις αποκτούν ως κεντρικό σημείο αναφοράς τις τοποθεσίες διέλευσης, οι διαφωνίες επικεντρώνονται πολλές φορές  στις τεχνικές λεπτομέρειες χωρίς καν να λαμβάνονται υπόψη οι πολιτικές, οικονομικές ακόμη και στρατιωτικές προεκτάσεις του ανοίγματος ενός οδοφράγματος. Παράδειγμα το οδόφραγμα της Μιας Μηλιάς με ό,τι σημαίνει το άνοιγμα του, ή παλιότερα αυτό της Δερύνειας. Ενώ την ίδια ώρα η τουρκική πλευρά αρνείται επίμονα τη συζήτηση του ανοίγματος των Κοκκίνων. Το ευρύτερο ερώτημα, όμως, παραμένει: Πού βρίσκεται η ουσιαστική πορεία του Κυπριακού προς τη λύση μετά το άνοιγμα τόσων οδοφραγμάτων; Και πόσο θα βοηθήσει τη λύση του Κυπριακού το άνοιγμα ενός ακόμη οδοφράγματος;

Τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, το άνοιγμα οδοφραγμάτων, έχουν νόημα όταν δημιουργούν τις προϋποθέσεις για κάτι μεγαλύτερο, για κάτι περισσότερο. Όταν καλλιεργούν συνεργασία, μειώνουν την καχυποψία και αποδεικνύουν στην πράξη ότι η συνεννόηση είναι δυνατή. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν τις πολιτικές αποφάσεις.

Εδώ βέβαια τίθεται το καίριο ερώτημα που αφορά την ουσία του Κυπριακού. Αν το Κυπριακό δεν είναι απλώς μια διαφορά ανάμεσα στις δύο κοινότητες, που δεν είναι, αλλά συνδέεται άμεσα με τις στρατηγικές επιδιώξεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο, τότε πόσο μπορούν να προσφέρουν τα οδοφράγματα χωρίς να αντιμετωπίζεται η ευρύτερη διάσταση του προβλήματος; Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων θα μπορούσε να θεωρηθεί καθοριστικό βήμα προς τη λύση, εάν το Κυπριακό ήταν πρωτίστως ένα πρόβλημα επικοινωνίας, συνεννόησης και ειρηνικής συνύπαρξης ανάμεσα στις δύο κοινότητες της Κύπρου. Εάν, δηλαδή, το ζητούμενο ήταν απλώς να ξεπεραστούν οι εκατέρωθεν προκαταλήψεις, να αποκατασταθούν οι ανθρώπινες σχέσεις και να οικοδομηθεί η εμπιστοσύνη.

Η πραγματικότητα όμως  είναι πολύ διαφορετική και πολύ πιο σύνθετη. Το Κυπριακό δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Το Κυπριακό δεν είναι επί της ουσίας ένα δικοινοτικό πρόβλημα. Αφορά κατά κύριο λόγο την παρουσία και τον ρόλο της Τουρκίας, τη στρατιωτική της παρουσία στο νησί, το καθεστώς ασφάλειας μετά από μια ενδεχόμενη λύση, τις εγγυήσεις, την κυριαρχία και τις στρατηγικές επιδιώξεις της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία και οι γεωπολιτικές της επιδιώξεις που μεταφράζονται σε μια νέο-οθωμανική επεκτατική πολιτική, είναι ο κύριος παράγοντας που δεν επιτρέπει λύση του Κυπριακού που να οδηγεί σε ένα κανονικό κράτος.

Για 52 χρόνια μετατρέψαμε το Κυπριακό σε δικοινοτικό πρόβλημα αφήνοντας εκτός εξίσωσης την κατοχική δύναμη που είναι η Τουρκία, αφήνοντας εκτός εξίσωσης τα ΄κατοχικά δεδομένα, τον εποικισμό και τον έλεγχο των Τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα. Η ίδια η πορεία των διαπραγματεύσεων επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να περιοριστεί στη σχέση των δύο κοινοτήτων. Στις συνομιλίες που κατέρρευσαν στο Κραν Μοντανά το 2017, τα ζητήματα της ασφάλειας και των εγγυήσεων, η επιμονή της Τουρκίας να έχει μόνιμη στρατιωτική παρουσία στο νησί και  άλλα ουσιώδη κεφάλαια που θα οδηγούσαν σε τουρκική επικυριαρχία στο νησί, παρέμειναν στο επίκεντρο των διαφορών. Σήμερα, η Άγκυρα προβάλλει και τη διεκδίκηση των δύο κρατών. Όχι με ξεχωριστή διεθνή αναγνώριση, αλλά με ένα συνομοσπονδιακό δεσμό που θα διευκόλυνε την επικυριαρχία της επί του συνόλου του νησιού.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Εάν οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την πορεία του Κυπριακού, τότε μπορεί άραγε το άνοιγμα ενός οδοφράγματος να επηρεάσει ουσιαστικά τις επιλογές της Άγκυρας; Μπορεί μια επιπλέον δίοδος να μεταβάλει τη στάση της Τουρκίας απέναντι στην πολιτική ισότητα, στην κυριαρχία της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις εγγυήσεις ή στην παρουσία των στρατευμάτων της; Προφανώς όχι. Διότι μόνο αφελείς μπορεί να πιστεύουν ότι το άνοιγμα ακόμη ενός οδοφράγματος θα εξουδετερώσει  τις τουρκικές  γεωπολιτικές επιδιώξεις.

Η Τουρκία δεν είναι απλώς ένας εξωτερικός παρατηρητής που καλείται να διευκολύνει μια συμφωνία μεταξύ δύο κοινοτήτων. Είναι στρατιωτικά παρούσα στο νησί, είναι κατοχική δύναμη, συμμετέχει ως εγγυήτρια δύναμη και έχει άμεσο ρόλο στις εξελίξεις. Γι’ αυτό και η στάση της δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια δευτερεύουσα παράμετρος, η οποία θα μεταβληθεί αυτομάτως μέσα από μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης.

Απαιτείται, συνεπώς, μια διπλωματική προσέγγιση που να συνδέει τις διακοινοτικές επαφές με την ουσία της διαπραγμάτευσης και την εμπλοκή της Τουρκίας ως της κατοχικής δύναμης.  Διότι χωρίς τον τερματισμό της κατοχής, χωρίς την απεμπλοκή της Τουρκίας, χωρίς την κηδεμονία της επί των Τουρκοκυπρίων, χωρίς το τέλος των εγγυήσεων και την απόσυρση του στρατού της, δεν υπάρχει λύση.

Επομένως  όσο η δημόσια συζήτηση εξαντλείται στο άνοιγμα οδοφραγμάτων, απλώς θα διαχειριζόμαστε τα συμπτώματα της κατοχής, αφήνοντας στο περιθώριο τους πολιτικούς και γεωπολιτικούς παράγοντες που καθορίζουν τη διαιώνισή της.

Συμπερασματικά καμία ουσιαστική πρόοδος  δεν μπορεί να προκύψει με την «δικοινοτικοποίηση» του Κυπριακού και με όσα οδοφράγματα και να ανοίξουμε, όσο η  Τουρκία και οι γεωπολιτικοί της σχεδιασμοί παραμένουν  εκτός της εξίσωσης. Η κινητικότητα στο  Κυπριακό  δεν μπορεί να περιορίζεται στη διαχείριση των κατοχικών δεδομένων με το άνοιγμα οδοφραγμάτων, τα οποία έχουν δημιουργήσει και τεράστια κοινωνικά προβλήματα. Χρειάζεται η ανατροπή τους, αυτός πρέπει να είναι ο στόχος, αγώνας με συνέπεια για  τον τερματισμό  της κατοχής.

*Πανεπιστημιακός,συγγραφέας. stephanos.constantinides@gmail.com