Δες περισσότερα άρθρα του philenews όταν αναζητάς ειδήσεις στην Google

Add philenews.com on Google

Με χαιρέτισε καθώς περπατούσα βιαστικά στον πεζόδρομο και τον αναγνώρισα αμέσως, παρ’ όλο που πέρασαν χρόνια από εκείνη τη μια και μοναδική μας συνάντηση. Ξέχασα το όνομα του, όχι όμως τα γελαστά, γαλάζια μάτια του που εκπέμπουν καλοσύνη και γενναιοδωρία, ούτε τα… κυπριακά του με τη ρουμάνικη προφορά. Δυο κουβέντες ανταλλάξαμε στο πόδι, καθώς δίπλα του είχαν κοντοσταθεί η σύζυγος και τα δυο μικρά παιδιά τους.

Με πληροφόρησε ότι πολλά άλλαξαν στη ζωή του προς το καλύτερο, από τότε που συναντηθήκαμε για το ρεπορτάζ… και το «τότε» αναφέρεται στο λυόμενο δωμάτιο όπου ζούσε, στο σκληρό περιβάλλον μιας απομακρυσμένης φάρμας σε κάποιους γυμνούς λόφους, έξω και μακριά από κάθε κατοικημένο μέρος. Στον χώρο που μοιραζόταν με τους σκύλους του εργοδότη του. Θα μου πείτε, δεν είναι κακό να μοιράζεσαι κάποιον χώρο με τους σκύλους, αντί με τους ανθρώπους, αντίθετα είναι συχνά θεραπευτικό και ανταποδοτικό, φτάνει να είναι η δική σου επιλογή. Στην περίπτωση του, δεν ήταν δική του επιλογή, ήταν επιλογή της ανάγκης του να έρθει στην Κύπρο να δουλέψει για να βοηθήσει τους γονείς και τα αδέλφια του πίσω στη Ρουμανία, ν’ ανασάνουν οικονομικά. Άντεξε ατέλειωτα κτηνώδη ωράρια και χαμηλά μεροκάματα δεκαπέντε και περισσότερων ωρών, στις οικοδομές της Λευκωσίας και της ευρύτερης περιοχής.

Όμως, ο τραυματισμός του σε τροχαίο, τον είχε καθηλώσει και τον έφερε αντιμέτωπο με την ερημιά αυτού του άνυδρου, κίτρινου τοπίου, που τη σπάζει κάπου κάπου η παρουσία κάποιου δέντρου και μερικών θάμνων. Τον έφερε αντιμέτωπο με τη μοναξιά της νύχτας, όπου τα μακρινά αστέρια κάνουν πιο μαύρο τον ουρανό. Αλλά, δεν μου είχε πει κακό λόγο για κανέναν, καθώς καθόταν στο στενό του κρεβάτι, μέσα σ’ εκείνο το κατασκεύασμα το φτιαγμένο από κάποιο χημικό υλικό. Με τα πόδια του σπασμένα, αλλά με το χαμόγελο να φωτίζει τις κουβέντες του. Δεν είχε τίποτε δικό του σ’ αυτόν τον κόσμο. Ό,τι δικό του απέκτησε –τα χρήματα του μόχθου του– το έστελνε στην οικογένειά του. Είχε ξεμείνει σ’ εκείνο τον κρανίου τόπο, που τον κατοικούν αλεπούδες και κοράκια, χωρίς την παρέα ενός φίλου, αποκομμένος από την κοινότητα, στη μέση του πουθενά. 

Όμως, καθώς με συνόδευε κουτσαίνοντας προς τη βαριά καγκελόπορτα της εξόδου, με τόση ευγένεια και τόση ηρεμία, ήξερα πως ό,τι πολύτιμο και μοναδικό τον κάνει ό,τι είναι, η ψυχική του ανθεκτικότητα και δύναμη, θα τον βοηθούσε να κλείσει κι εκείνος πίσω του μια μέρα εκείνη την καγκελόπορτα που ακύρωνε τα όνειρα του και ν’ ανοίξει μια άλλη που τα κάνει εφικτά και πραγματοποιήσιμα.