To Top
       
04:56 Κυριακή 26 Μαρτίου, 2017
Επόμενο
Προηγούμενο
Γκλόρια Κασσιανίδου: «Είμαι ευγνώμων για τη ζωή που έχω ζήσει»
ΑΡΧΙΚΗΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ Γκλόρια Κασσιανίδου: «Είμαι ευγνώμων για τη ζωή που έχω ζήσει»

  Θεοδώρα Γιάγκου      06 Μαρτίου 2017, 12:01 μμ  
Τελευταία Ενημέρωση: 10 Μαρτίου 2017, 4:16 μμ

Έζησε τρεις πολέμους. Γύρισε όλη την Ελλάδα μαζί με τον αξιωματικό πατέρα της κaι ξενιτεύτηκε. Η γκαλερί που άνοιξε στην Κύπρο, τρία χρόνια μετά την εισβολή, υπήρξε ίσως το πιο σταθερό κομμάτι της ζωής της.

Στην αρχή της οδού Ζήνωνος Σώζου στη Λευκωσία υπήρχε πριν από 40 χρόνια η Κλινική Λευκωσία. Και στη γωνία που είναι τώρα το Finbarr's ήταν ένα μέρος του Κτηματολογίου. Απέναντι ο Πισσαρίδης και ένα μαγαζί που πουλούσε ανταλλακτικά αυτοκινήτου και σφήνα ανάμεσά τους η νεοφερμένη τότε Γκαλερί Γκλόρια, ό,τι απόμεινε σήμερα από εκείνη τη γειτονιά του 1977. Σαράντα χρόνια τώρα, η Γκλόρια Κασσιανίδου ακολουθεί την ίδια διαδρομή από το σπίτι της στην Αγλαντζιά μέχρι την γκαλερί της στον αριθμό 3 της οδού Ζήνωνος Σώζου. «Τόσα χρόνια στην Κύπρο, μέχρι εδώ ξέρω καλά να έρχομαι. Απ' εκεί και πέρα δεν ξέρω να εξηγήσω τίποτα άλλο». Στέκεται μπροστά μου με το εντυπωσιακό ανάστημά της και με κοιτάζει με τα έμπειρα μάτια της, που ξέρουν τη ζωγραφική της Κύπρου όπως κανείς άλλος, κρατώντας στο ένα της χέρι ένα φλιτζάνι καφέ και στο άλλο μια λίστα με ονόματα ζωγράφων που φιλοξένησε στην γκαλερί, για το βιβλίο που ετοιμάζει με αφορμή τα 40χρονά της. Την άνοιξε μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κύπρου, τρία χρόνια μετά τον πόλεμο, και την κρατάει όρθια μέχρι σήμερα. «Χρειάστηκε να κάνετε θυσίες, κυρία Γκλόρια;» τη ρωτάω, και δίνοντας έμφαση σχεδόν σε κάθε της λέξη, μου απαντά ευθέως: «Καμία θυσία δεν έκανα  για την γκαλερί! Αντίθετα, είμαι ευγνώμων για όσα μου έδωσε». Η ίδια δεν είχε ποτέ καλλιτεχνική φλέβα, είχε όμως το χάρισμα να εκτιμά τη δουλειά των άλλων. «Τα πήγαινα πολύ καλύτερα με τους αριθμούς όταν ήμουν μικρή. Τίποτα καλλιτεχνικό δεν είχα πάνω μου. Αν έχω ένα ταλέντο, αυτό είναι ότι εκτιμώ τη δουλειά των άλλων. Και δεν θα ήθελα τίποτα παραπάνω. Είμαι πανευτυχής με ό,τι έχω. Δεν είμαι μετριόφρων, είμαι ολιγαρκής» μου είπε, και ξεδίπλωσε την ιστορία της ζωής της, ένα ηλιόλουστο Σάββατο του Φεβράρη, μπροστά από το γραφείο της στην γκαλερί…  

Γεννήθηκα λίγο πριν τον πόλεμο, τον Ιούνιο του ΄40. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός και μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, βγήκε αντάρτης στα βουνά της Πίνδου. Mαζί του πήρε και τη μάνα μου και μένα. Εκεί πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, κουβαλώντας όπλα και παίζοντας με τις σφαίρες. Ήταν το μοναδικό παιχνίδι μου και ίσως γι' αυτό μου έχει μείνει μια αγάπη για τα όπλα. Είχα την ατυχία να μεγαλώσω μέσα σε πόλεμο, με αρκετές ελλείψεις -ζάχαρη θυμάμαι έφαγα πρώτη φορά στα εφτά μου- αλλά δεν ένιωσα ποτέ να μου λείπει κάτι. Ήμουν με τη μητέρα μου, τον πατέρα μου, και ήμουν πολύ ευτυχισμένη. Τη ζωή που γνωρίζεις όταν είσαι μικρός, αυτή θεωρείς πως είναι η καλή ζωή.

Όταν ο πόλεμος με τους Γερμανούς τελείωσε, ξεκίνησε ο εμφύλιος και η οικογένειά μου χωρίστηκε. Ο πατέρας μου πήγε στο Βίτσι και στον Γράμμο και εγώ μαζί με τη μητέρα μου πήγαμε στον Βόλο. Εκεί έκανα την πρώτη τάξη του δημοτικού και έπειτα πήγαμε στα Γιάννενα, όπου βρίσκεται το πατρικό της μητέρας μου, κι απ' εκεί στην Κρήτη, στην Καβάλα, στη Βέροια. Μετάθεση στη μετάθεση, γυρίσαμε όλη την Ελλάδα. Η μόνη ιδέα μονιμότητας που είχαμε ποτέ ήταν οι καλοκαιρινές μας διακοπές, που τις περνούσαμε κάθε χρόνο στην Κέρκυρα, το νησί του πατέρα μου. Οι Κερκυραίοι ένιωθαν πιο εξευγενισμένοι από εμάς και κάθε φορά που μας έβλεπαν έλεγαν «ήρθαν οι Βλάχοι». Εμένα μου κακοφαινόταν πολύ. Οι Βλάχοι είναι περήφανοι που είναι Βλάχοι. Αλλά εγώ δεν ήμουν Βλάχα. Και στην Κρήτη όταν πήγα, πάλι ξένη ήμουνα. Δεν είχα τίποτα κοινό με τους Κρητικούς και οι Κρητικοί δεν είχαν τίποτα κοινό μαζί μου, που είμαι Ηπειρώτισσα. Αυτός ήταν όμως ο τρόπος ζωής μου και δεν ένιωσα ποτέ την ανάγκη να στεριώσω κάπου. Ήμουν πολύ ευχαριστημένη κάθε φορά που θα άλλαζα σπίτι, γιατί θα έβλεπα και θα μάθαινα καινούρια πράγματα.

Με τον σύζυγό μου γνωριστήκαμε στην Αθήνα, στους αρραβώνες ενός αξιωματικού, φίλου του πατέρα μου. Εκείνος τότε σπούδαζε ιατρική κι εγώ παρακολουθούσα μαθήματα για να δώσω εξετάσεις για το Πολυτεχνείο. Δεν ήταν κεραυνοβόλος έρωτας. Αρχίσαμε να βγαίνουμε ραντεβού και είχαμε τόσα πολλά κοινά να μοιραστούμε, που συζητούσαμε για ώρες. Εκείνο τον καιρό, είχα κερδίσει μία υποτροφία για να σπουδάσω Χημεία στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν στην Αμερική, αλλά ο άντρας μου μου είπε «άσε να παντρευτούμε και να πάμε μαζί». Κι έτσι παντρευτήκαμε. Δεν με ζήτησε ποτέ. Δεν είμαι ρομαντική και δεν θα τολμούσε να μου κάνει τέτοια.

Δεν ήξερα τι είναι η Κύπρος όταν ακολούθησα τον σύζυγό μου εδώ, τον Δεκέμβριο του 1961. Για την ΕΟΚΑ μόνο γνώριζα και πως είναι ελληνική. Μέχρι εκεί. Πήγαινα λοιπόν κάθε μέρα στη βιβλιοθήκη της Φανερωμένης για να μάθω την ιστορία της. Τα πρώτα βιβλία που έπεσαν στα χέρια μου ήταν οι τέσσερις τόμοι «A history of Cyprus» που έγραψε ο Τζορτζ Χιλ. Διάβαζα συνέχεια και είχα τα μάτια μου ανοιχτά. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση η εικόνα των γυναικών επάνω στα τρακτέρ στα χωράφια και έξω στους δρόμους να τους επισκευάζουν. Να κρατάνε οικογένεια και να κάνουν και δουλειά εργάτη. Νομίζω την Κύπρο την κράτησαν οι γυναίκες της. Είμαι θιασώτης των Κυπρίων γυναικών.

Κατάφερα να ριζώσω στην Κύπρο με έναν τρόπο μαγικό. Στα νιάτα μου ήμουν κυνηγός, κατάλοιπο φαίνεται των παιδικών μου χρόνων, και πηγαίναμε για κυνήγι μαζί με τον άντρα μου. Μια φορά στο δάσος της Πάφου ξάπλωσα στο χώμα να ξεκουραστώ και σκέφτηκα ότι αυτό που βλέπω εγώ τώρα μπορεί να το έβλεπαν και οι αρχαίοι. Ήταν ένα τοπίο ατόφιο, χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση. Ξάπλωσα λοιπόν κάτω στο χώμα και ένιωσα να βγάζω ρίζες. Που μέχρι τότε δεν είχα πουθενά. Με αυτόν τον τρόπο έκανα ρίζες σε αυτόν τον τόπο. Εκείνο το ξάπλωμα ήταν που μου τις έδωσε. Ήταν μαγικό...

Η μάνα μου δεν το ξεπέρασε ποτέ που έφυγα. Ερχόταν με τον πατέρα μου τακτικά και έμεναν μαζί μας για δυο-τρεις μήνες, όσο τους επιτρεπόταν, αλλά ποτέ δεν ξεπέρασε το γεγονός ότι η μοναχοκόρη της σηκώθηκε κι έφυγε. Στην Κύπρο, τότε, χρειαζόσουν ειδική άδεια για να μείνεις περισσότερο από τρεις μήνες. Ήταν πολύ αυστηρά τα πράγματα. Και εγώ μέχρι να πάρω κυπριακή υπηκοότητα πέρασε το 1980. Δηλαδή χρειάστηκαν περισσότερα από 20 χρόνια για να γίνω Κύπρια στα χαρτιά.

Η πρώτη μου δουλειά ήταν στο Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας. Είχε έρθει μια γαλλική αποστολή για να αναλάβει μια μελέτη για την τουριστική ανάπτυξη του νησιού και εγώ εκτελούσα τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Ξεκίνησα, θυμάμαι, την πρώτη του Μάρτη το 1962. Το γραφείο μας ήταν στο Αββαείο του Μπέλλα Πάις, στην άκρη του γκρεμού, με ένα εκπληκτικό μπαλκόνι απ' όπου έβλεπες, τέτοιο καιρό, κάτω στο Καζάφανι τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Δεν υπήρχαν κτίσματα πολλά και το θέαμα ήταν απίστευτο. Οι αμυγδαλιές, η ακρογιαλιά και μετά η θάλασσα. Το ζευγάρι που έκανε τη μελέτη νοίκιαζε το σπίτι όπου έμενε πριν ο Βρετανός συγγραφέας Λόρενς Ντάρελ, που έγραψε το σπουδαίο βιβλίο για την Κύπρο «Bitter Lemons». Περνούσες έξω από το καφενείο «Τεμπελόδεντρο», ανηφόριζες και το έβλεπες στο αριστερό σου χέρι. Εκεί τρώγαμε κάθε μέρα ό,τι καλό μας μαγείρευε η αξιαγάπητη κυρία Χρυστάλλα. Τη μυρωδιά του φαγητού που έφτιαχνε δεν θα την ξεχάσω ποτέ!

«Εδώ είναι ο παράδεισος» σκέφτηκα μόλις αντίκρισα την Κερύνεια. Περάσαμε το Κιόνελι, στρίψαμε σε μια μεγάλη στροφή και είδα μπροστά μου να ξετυλίγεται αυτό το θαύμα της Κερύνειας. Ήμουν μόλις 21 χρονών και σκέφτηκα «εδώ θέλω να πεθάνω. Εδώ θέλω να με θάψουνε». Αλλά τελικά, εκεί δεν πρόκειται να πεθάνω.

Δεν έχω ξαναδεί αυτά τα μέρη. Με λυπεί. Στο τέλος της δεκαετίας του '80, ένας Τουρκοκύπριος ζωγράφος με κάλεσε μέσω της τότε διευθύντριας του British Council, Τζέιν Κινγκ, να πάω να δω τη δουλειά του. Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού ήταν ο Ανδρέας Χριστοφίδης, που ήταν φίλος μου. «Να πάω;» τον ρώτησα. «Να πας» μου είπε και πήρα την απόφασή μου. Ο σύζυγός μου ήταν έξαλλος. Εκείνες τις εποχές ήταν επικίνδυνα, μπορούσε να σε συλλάβουν. Αλλά δεν είχε σημασία, ήμουν αποφασισμένη να πάω. Ήταν καθήκον μου. Αγόρασα και γυαλιά πρεσβυωπίας για να βλέπω καλύτερα σε περίπτωση που μου ζητούσαν να υπογράψω τίποτα χαρτιά. Τελικά δεν τα χρειάστηκα γιατί δεν μου επέτρεψαν να περάσω. Στην άλλη πλευρά πέρασα μέσα στην επόμενη δεκαετία, όταν με προσέγγισε η Αμερικάνικη Πρεσβεία για να μου προτείνει να κάνουμε κοινές εκθέσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Διοργανώσαμε τρεις εκθέσεις στην Πύλη Αμμοχώστου και τρεις εκθέσεις στην άλλη πλευρά, στην HP Γκαλερί. Έκτοτε φιλοξένησα εκθέσεις πολλών Τουρκοκυπρίων. Η στάση μου απέναντί τους άλλαξε σιγά-σιγά. Όταν ήρθα στην Κύπρο ήμουν η κόρη ενός στρατιωτικού κι εμείς δεν είχαμε μεγαλώσει με Τούρκους δίπλα μας. Μετά κατάλαβα ότι και αυτοί αισθάνονται την Κύπρο πατρίδα τους. Ότι δεν είναι Τούρκοι της Τουρκίας, αυτόν τον τόπο αγαπάνε.

Μετά το 1974, με είχε πιάσει μια κατάθλιψη, γιατί εγώ ήμουν από την Ελλάδα και απ' εκεί ξεκίνησαν όλα. Ένιωθα τύψεις και δεν μπορούσα να κοιτάξω τον κόσμο στα μάτια. Κρατούσα ένα βιβλίο και περπατούσα. Μέχρι που μια μέρα μου είπε ο άντρας μου «σήκω και φύγε αν πήρες μέρος σε όλο αυτό, φύγε να τελειώνουμε». Έτσι συνήλθα, συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να πάρω το φταίξιμο των άλλων, να το έχω βάρος στην ψυχή μου. Η ανασφάλεια όμως που νιώθαμε άργησε να φύγει. Γιατί μετά το ΄74 ζούσαμε για τη μέρα. Κάθε νύχτα, μέχρι και δύο χρόνια μετά, ακούγαμε γι' ανταλλαγή πυροβολισμών στη Λευκωσία. Δεν ξέραμε τι θα συμβεί. Φοβόμασταν ότι κάτι μικρό μπορούσε να πυροδοτήσει κάτι μεγάλο. Έπειτα, ήταν οι φήμες ότι θα συμβεί ο τρίτος Αττίλας και ήμασταν συνεχώς σε μια ανασφάλεια για την αυριανή μέρα. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε σκέψεις και μακροπρόθεσμα σχέδια για τις ζωές μας. Ξαφνικά, με το που άνοιξε η γκαλερί το Μάρτη του 1977, ήξερα τι έκθεση θα κάνω τον Δεκέμβριο. Μετά από χρόνια, μπορούσα να κάνω σχέδια ξανά.

Ο πρώτος μου πίνακας ήταν του Λευτέρη Οικονόμου. Τον αγόρασα μαζί με τον σύζυγό μου το 1963, από ένα μαγαζί στη Λεμεσό, κοντά στα δικαστήρια. Τον αγοράσαμε 15 λίρες και όλοι μας έλεγαν «τι είναι αυτές οι βλακείες, δεν βάζετε καλύτερα τρία πεντόλιρα στον τοίχο; Πιο ωραία θα ήταν!». Δεν εκτιμούσαν πάντοτε την τέχνη στην Κύπρο. Όταν ο Τηλέμαχος Κάνθος ήρθε από την Ελλάδα, όπου είχε σπουδάσει ζωγραφική, έπιασε δουλειά σε ένα θέατρο ως ταμίας. Εκείνη την εποχή, δεκαετία του ΄50, ήταν πιο αξιοπρεπές να λέει ότι ήταν ταμίας παρά ζωγράφος, μου είχε πει κάποτε. Με τα χρόνια άλλαξαν τα πράγματα.

Άνοιξα την γκαλερί στις 7 Μαρτίου του '77, όταν ήμουν 37 χρόνων. Ο κόσμος τότε ήταν σε κατάθλιψη και τρομοκρατημένος μήπως ακολουθήσει ο τρίτος Αττίλας, αλλά γεμίσαμε. Μέσα κι έξω από την γκαλερί γινόταν το αδιαχώρητο, η ουρά έφτανε μέχρι τη Μακαρίου. Τα «Παράθυρα» του Ανδρέα Λαδόμματου ήταν η πρώτη έκθεση που φιλοξένησα. Έτσι όπως κοίταζαν από τα μέσα προς τα έξω, έδωσαν ελπίδα στον κόσμο. Είμαι ευγνώμων στην γκαλερί  γιατί μου έδωσε ένα ενδιαφέρον στη ζωή μου. Έκανα τόσους πολλούς φίλους. Τα μάτια μου έβλεπαν πάντα ωραία πράγματα.

Ο Τηλέμαχος Κάνθος είχε πάθει κατάθλιψη μετά την εισβολή και δεν μπορούσε να δουλέψει. Είχε κάνει μόνο 12 χαρακτικά, που τα ονόμασε «Σκληροί χρόνοι». Ήταν εξαιρετικά έργα, αλλά σκληρά, με αγνοούμενους, αιχμαλώτους, νεκρούς. Είχε κάνει και το εκπληκτικό «Η πέτρα της υπομονής», όπου ένας γέρος κάθεται σε μια πέτρα και σκέφτεται. Μια εικόνα που υπήρχε στη ζωή εκείνη την εποχή. Δεν την επινόησε ο Κάνθος, την είδε. Την έβλεπες κι εσύ. Γέρους πρόσφυγες να κάθονται με τις βράκες τους σε μια πέτρα και να είναι σκεφτικοί. Εκτός από εκείνη τη σειρά χαρακτικών, όλα τα υπόλοιπα έργα του ήταν όλο χρώμα και αγάπη για τα πράγματα. Η ζωγραφική του δεν είχε τίποτα από την κατάθλιψη της πολιτικής κατάστασης. Την πρώτη του έκθεση κοντά μου την έκανε το 1979.

Ο Αδαμάντιος Διαμαντής ήθελε να διαφυλάξει την πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου και άρχισε να μαζεύει διάφορα αντικείμενα για το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης. Μετά το 1974, φοβόταν ότι θα γίνει τρίτος Αττίλας και αποφάσισε να χωρίσει τη συλλογή αυτή σε δύο μέρη. Να κρατήσει ένα κομμάτι στην Κύπρο και το άλλο κομμάτι να το στείλει στο εξωτερικό, σε περίπτωση που μας έπιαναν οι Τούρκοι. Ο Διαμαντής, η γυναίκα του, Αντουανέτ κι εγώ πηγαίναμε κάθε μέρα στο μουσείο και ξεχωρίζαμε τα αντικείμενα που είχε μαζέψει σε δύο συλλογές. Μια που θα έμενε και μια που θα πήγαινε στην Ελλάδα. Μια μέρα πήγαμε μαζί στην Ορμήδεια για να δει έναν καραγκιοζοπαίχτη. Ο καραγκιοζοπαίχτης είχε γεράσει και θα πήγαινε σε ένα γηροκομείο και ο Διαμαντής ήθελε να αγοράσει τις φιγούρες του για το μουσείο. Δεν θυμόταν το όνομά του και τον ρωτούσε «γέρο, πότε το έφτιαξες αυτό;», γέρο εκείνο, γέρο ετούτο. Κάποια στιγμή τον ρώτησε πόσων χρονών ήταν και του απάντησε 70. Ο Διαμαντής ντράπηκε πολύ, γιατί εκείνος ήταν 80, δέκα χρόνια μεγαλύτερος. Δεν του φαινότανε όμως, ήταν αεικίνητος. Όταν πια γέρασε πολύ, πήγαινα και τον έβλεπα στο σπίτι του. «Άργησες να 'ρθεις» μου είπε μια μέρα που ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι και συνέχισε: «ένα έχω να σου πω, οι Τούρκοι δεν συμπεριφέρονται καθόλου καλά». Μετά από λίγες μέρες πέθανε. Είχε αυτή την αγωνία μέσα στην ψυχή του όταν ήταν ετοιμοθάνατος.

Ένα από τα αγαπημένα μου έργα είναι αυτό που έχω στο υπνοδωμάτιό μου. Ένα χαρακτικό του Τηλέμαχου Κάνθου με δυο νεκρούς που κάηκαν από τις βόμβες ναπάλμ να κείτονται στο χώμα και στο βάθος ν' αχνοφαίνεται ένα χωριό. Αυτοί έχουν πεθάνει, αλλά οι άλλοι τους περιμένουν. Είναι σαν το ποίημα «Δέησις» του Καβάφη, στο οποίο ο ναύτης έχει πεθάνει, αλλά η μάνα του τον περιμένει και προσεύχεται στην Παναγία. Ο Καβάφης είναι μια ακόμη αδυναμία μου. Το αγαπημένο μου από τα ποιήματά του είναι το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον» και ο στίχος «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Θα ήθελα και εγώ να είμαι σαν έτοιμη, σα θαρραλέα να αντικρίσω τον θάνατο.

Όταν είσαι νέος, νιώθεις ότι έχεις μπροστά σου την αιωνιότητα. Μα δεν την έχεις. Γι' αυτό μερικά πράγματα πρέπει να τα κάνεις όταν ο δρόμος που απλώνεται μπροστά σου μοιάζει ατελείωτος. Είμαι ευγνώμων για τη ζωή που έχω ζήσει. Είμαι ευτυχισμένη. Ίσως, τελικά, το μυστικό της ευτυχίας να είναι η ολιγάρκεια, να μη θέλεις περισσότερα, να μη ζητάς επιβεβαίωση.

Το απόσταγμα σοφίας της ζωής μου θα μπορούσε να είναι ο στίχος του Διονύση Σαββόπουλου «κείνο που με τρώει κείνο με σώζει είναι που ονειρεύομαι σαν τον Καραγκιόζη». Σαν τον Καραγκιόζη, γιατί εάν πεις οτιδήποτε άλλο, μεγάλο, πέφτεις και γκρεμίζεσαι.

INFO: Η Γκαλερί Γκλόρια γιορτάζει τα 40 χρόνια λειτουργίας της με μια μεγάλη ομαδική έκθεση όπου συμμετέχουν πέραν των 90 Κυπρίων ζωγράφων. Πρόκειται για μια καταγραφή και παρουσίαση της κυπριακής τέχνης των τριών τελευταίων γενιών και των μεγάλων εκπροσώπων τους. Διάρκεια έως 22/3, 22762605.

Σχολιάστε την Είδηση

Τα σχόλια εκφράζουν ΜΟΝΟ τις απόψεις των χρηστών που τις δημοσιεύουν, τις οποίες και δεν υιοθετεί το philenews.com. Προσβλητικά σχόλια θα διαγράφονται.