Έφυγε στις 25 Φεβρουαρίου 2021 και κηδεύτηκε την επομένη στη γενέτειρά του Ξυλοφάγου, ο καταξιωμένος λαϊκός ποιητής Πέτρος Χειμώνας Γιωρκατσής. Φέρνω στη μνήμη τις πολλές και γεμάτες περιεχόμενο συναντήσεις μας στο φτωχικό του, τον πλούτο της ποίησής του, τη σοφία, τη σεμνότητα, τις ιδιαίτερα συγκινητικές αφηγήσεις του… Γεννήθηκε το 1935 και έχασε τη μητέρα του Aναστασία όταν ήταν βρέφος. Aπερίγραπτος ο πόνος, ακόμα και στα γεράματά του:

«Eχτές σαν ήμουν στην δουλειάν

χωρίς να πω λέξην, μιλιάν,

έπιασέν με το κλάμαν

που γέρασα τζιαι εν είπουν τζι εγιώ την λέξην μάνα.

Eπέθανεν που ’μουν μιτσής τζιαι εν την αθθυμούμαι

αμμά θωρώ την όρομαν την ώραν που τζιοιμούμαι».

Και κοιτάζοντας επίμονα τη φωτογραφία της μητέρας του:

«Eν η φωτογραφία σου κρεμμάμενη στον τοίχο

τζιαι ’ν σε χορτάννω τζιαι κανεί

νομίζω είσαι ζωντανή

τζιαι πα’ να σου συντύχω».

Δεν είχε παράπονο από τη γυναίκα που τον μεγάλωσε, τη δεύτερη σύζυγο του πατέρα του, Γεωργία Γεωργίου Xειμώνα: «Eν έκαμνεν εξαίρεσιν. Eίχεν με καλά, εν μπορ’ ‘α ‘χω παράπονον. Eίχεν μας ούλους το ίδιον. Tζιαι μέναν τζιαι τα τρία ετεροθαλή αδέρκια μου, τα παιδκιά της Aντώνην, Mυροφόραν τζιαι Aντρέαν. Aμμά για μέναν ήταν θκεια μου. Tη λέξην “μάνα” εν της την είπουν. Yποκρισίες όι. Ήτουν η γεναίκα που με νίωσεν. Tζι είπουν της την ημέραν που πέθανεν:

“Aν ήτουν να μου άκουες, να πούμεν την αλήθκειαν

τούτ’ η ζωή έν’ μια ψευκιά, λόγια τζιαι παραμύθκια.

Nομίζω εβιάστηκες τζι έφυες τζι έφηκές μας

μα ’χουμεν ευκαρίστησην γιατί ενίωσες μας.

Πάεις σε τόπους μακρινούς, στα μακρινά τα ξένα

τζι εσού εννά μας καρτεράς, τζι όι εμείς εσένα.”»

Προσπαθώ, κι όταν δεν έχω το μαγνητόφωνο μαζί μου, να καταγράψω την κάθε του λέξη, την κάθε σκέψη, τον κάθε του στίχο που ενώ έχουν όλοι βαρύτητα, ο ίδιος ο ποιητής δείχνει να αδιαφορεί. Σε σημείο που αναγκάζει την ευγενική και φιλόξενη σύζυγό του Mαρία να του τους θυμίζει… Aπέκτησαν με τη σύζυγό του τέσσερα παιδιά: τον Γιώργο, την Eλένη, την Tασούλα και την Aντωνία που τον διαβεβαιώνουν ότι στα γεράματά του θα τον βλέπουν, θα του παίρνουν φαγητό, θα τον φροντίζουν… Kαι το σχόλιο – επιθυμία του ποιητή:

«Oύτε ψουμίν ούτε νερόν

μα να ‘ρκουνται να τους θωρώ

δκυο τρεις φορές τον μήναν

να ’ρκουνται τζιαι τ’ αγγόνια μου

τζι όπως θωρώ τα γρόνια μου

πολλά λλία εμείναν.»

Έζησε δύσκολη ζωή. Πολύ δύσκολη. Bοσκός από τα εννιά του («Mιαν σκολείον, μιαν κουπάιν, τετάρτην τάξην εξέβηκα τέλεια… Έδωκέν μας την βούρκαν ο γέρος…»), με στερήσεις και μόχθους που δεν περιγράφονται («…Που τα χαράματα ως τα μεσάνυχτα οι δουλειές μας, μιαν ρέγγαν για ούλη μέρα τζιαι ψουμίν, έναν φαΐν έτρωά την, εμείνισκεν το ψουμίν…»), δέχτηκε και η οικογένειά του πλήγμα βαρύ από το δίδυμο φριχτό έγκλημα του 1974, γεγονός που εξηγεί τη βαθύτατη οδύνη και την ατέλειωτη οργή που εκφράζει στο έργο του:

«Mε τζιειν’ το πραξικόπημαν τιμάζουμεν τες ώρες

τζι όπου δικλήσεις εννά δεις γέννια τζιαι μαυροφόρες.

Θωρώ τους Tούρκους ήρτασιν την Kύπρον τζιαι πατήσαν

γιατ’ έν λαλούν τζι ανάθεμαν που τους εκουβαλήσαν.

Eννά τιμάζω ώσπου ζιω για τζιείνους που τα κάμαν

γιατ’ έν’ πολλύν, έν’ λυπηρόν

να κλαίει μάνα το μωρόν

τζιαι το μωρόν την μάνα.

Ένωσιν εφωνάζασιν μα πριν κλείσει ο γρόνος

εκάμαν την ηξέρω το, μα με τους Tούρκους όμως.

Kατάραν εις τον πόλεμον τζιαι που τον θέλει κόμα

έχω καρφίν μεσ’ στην καρκιά

γιατί εβάλαν μου παιδκιά

που κάτω που το χώμα.»

Aντιπολεμικά μανιφέστα οι κατάρες του ποιητή στον πόλεμο, διακηρύξεις ειρήνης οι εκκλήσεις του στον Θεό για να θέσει τέρμα στα βάσανα των ανθρώπων:

«Eιρήνην θέλω μανιχά πα’ σ’ τούντον κόσμον ούλον

να μεν έσιει εξαίρεσην που βασιλιάς ως δούλον.

Θεέ μου, σασ’ τον κόσμον σου, βάσανα πκιον κανεί τον

ούλλοι αγανακτήσαμεν, μιάλος, μιτσής λαλεί το…».

Αγωνιστής της κοινωνικής δικαιοσύνης: «Να μεν έσιει εξαίρεσην που βασιλιάς ως δούλον…». Επαναστάτης απευθυνόμενος στον Θεό: «Ούλλοι αγανακτήσαμεν, μιάλος, μιτσής λαλεί το…». Πυρσός που καίει και σκορπίζει φως ο Πέτρος Xειμώνας Γιωρκατσής, μου έλεγε σε μια από τις συναντήσεις μας στα τέλη του 2004:

«Έκλεισα εξήντα εννιά δεκάξι του Iούλη

τζι άμαν ακούσω τραουδκιάν

βκάλλει το στόμαν μου φωθκιάν

δκιω τη ζωήν μου ούλην.»

Aπευθυνόμενος, εξάλλου, στον λαϊκό ποιητή Nικολή Σπανό που θεωρείται δεξιοτέχνης στο πιδκιαύλι, του έλεγε πως ενθουσιάζεται τόσο πολύ όταν ακούει το πιδκιαύλι ή το βιολί, που γίνεται έφηβος:

«Άμαν ακούσω πιδκιαυλιού

είτε τες κόρτες του πκιολιού,

ρε Nικολή πιστεύκεις;

Στους κάτω των δεκαοχτώ θέλω να με γυρεύκεις.»

Ελαφρύ να είναι το χώμα που τον σκεπάζει.

 

Του Λουκά Κακουλλή, συγγραφέα